Χαιρετώ το χρόνο που φεύγει,
την κάνω με πλάγια, μικρά πηδημητάκια μακριά απο την εκδίκηση της γυφτιάς.
Σας στέλνω στην απολύτως αιτιολογημένη αισιοδοξία του VITA MI BAROUAK και στην απολύτως αιτιολογημένη απαισιοδοξία της RAFFINATA.
Σας χαρίζω το "ΧΡΟΝΟ ΤΟΥ ΓΕΝΑΡΗ" του Παντελή Θαλασσινού,
και σας εύχομαι να είστε έτοιμοι και περιπαικτικοί, για τα σοβαρά και τα γελοία, τις ομορφιές και τις ασχήμιες που έρχονται.
Καλή περιπέτεια.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 31, 2006
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 27, 2006
ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ. ΧΡΟΝΟΣ ΑΡΚΕΤΟΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΛΙΓΟΣ.
Ένας χρόνος κλείνει αυτές τις μέρες γι’ αυτό το μπλογκ.
Ένας νέος τρόπος επικοινωνίας.
Επανάσταση το χαρακτηρίζουν κάποιοι και ίσως έχουν λίγο δίκιο.
Είναι ασφαλώς κάτι καινούργιο, ανοίγει ορίζοντες, διευρύνει δυνατότητες.
Μέσον προσέγγισης ανθρώπων και ιδεών, αντιλήψεων και συμπεριφορών.
Μπορεί ο κάθε ένας να μιλήσει με ανθρώπους που άλλοτε δεν θα μπορούσε καν να φανταστεί την ύπαρξή τους. Μπορεί να εξομολογηθεί, να διαμαρτυρηθεί, να εκφράσει τη χαρά για όσα καλά του συμβαίνουν. Μπορεί να μοιραστεί τον πόνο ή τις σκέψεις του, να δει αντιδράσεις.
Μπορεί όμως να είναι και ένας τρόπος οικοδόμησης μιας προσωπικότητας που δεν υπάρχει, αλλά που θα θέλαμε να είναι υπαρκτή. Ένας τρόπος να γίνουμε πιο όμορφοι, αρεστοί, έξυπνοι, χαριτωμένοι όταν χρειάζεται, αλλά και βαθυστόχαστοι όταν πρέπει.
Να παραστήσουμε αυτό που θα θέλαμε να είμαστε και ποτέ δεν τα καταφέραμε.
Μπορεί και να γίνει κι ένας δρόμος διαφυγής από την πραγματικότητα που δεν μας αρέσει, και θα την θέλαμε κάπως αλλιώς ή τελείως μα τελείως διαφορετική.
Ένας τρόπος «ζωής» έξω από τη ζωή.
Γιατί υπάρχει αυτή η ιδιαιτερότητα, να μιλάς και να μη σε βλέπουν, μόνο να σε φαντάζονται. Διαβάζουν οτι γράφεις, διαβάζουν τις σκέψεις που θέλεις να φανερώσεις, ποτέ όμως τις δεύτερες ή τις τρίτες που βρίσκονται στην άκρη του μυαλού σου.
Δεν υπάρχει η περίπτωση να αποκαλυφθείς από το βλέμμα σου, τις κινήσεις, τα ξεσπάσματα, την καθημερινότητά σου.
Από όλα αυτά που σε χαρακτηρίζουν, με ακρίβεια εξουθενωτική. Με την αλήθεια σου δηλαδή.
Κάποιες φορές γίνεται τρόπος εκδίκησης, αλλά και ένας δρόμος για τη μεγάλη ρεβάνς. Μία μέθοδος που έχει ακροατήριο, για να τιμωρήσεις όσους πιστεύεις πως σε αδίκησαν, για να αποδείξεις ότι είσαι κάτι πολύ καλύτερο από αυτό που σου αναγνώρισαν.
Κι όλα αυτά εκ του ασφαλούς. Γιατί κανείς δεν θα σου ζητήσει πραγματικά τα ρέστα όπως συχνά συμβαίνει στη ζωή. Δεν υπάρχουν πραγματικές τριβές, αληθινές συγκρούσεις, ειλικρινείς φιλίες. Εκτός από τις εξαιρέσεις που έρχονται να επιβεβαιώσουν τον κανόνα.
Κι όλα αυτά εκ του ασφαλούς με τη δυνατότητα της διπλής εξήγησης, της διπλής γραφής. Υπαινικτική, αμφίσημη η δημόσια τοποθέτηση. "Ακριβής", με ονοματεπώνυμο και χαρακτηρισμούς και πληροφορίες, η ταυτόχρονη και παράλληλη επικοινωνία με τους αποδέκτες των επεξηγηματικών μαιηλς...
Ένας θαυμαστός τρόπος επικοινωνίας. Σε μια εποχή που τη χαρακτηρίζει η μοναξιά και η επίπλαστη κοινωνικότητα.
Ένας θαυμαστός τρόπος κατάκτησης μιας νέας συλλογικότητας σε μια εποχή που το εμείς μοιάζει να βρίσκεται θαμμένο οριστικά στο νεκροταφείο των ιδεών και των συμπεριφορών.
Σε αυτόν τον θαυμαστό καινούργιο κόσμο χωράνε όλοι. Όπως και στη ζωή.
Είναι όμως ένας κόσμος σχεδόν στην αρχή του, και είναι σχετικά εύκολες οι παραχαράξεις, οι παγίδες, οι εντυπωσιασμοί. Όλοι και όλα μοιάζουν εξαιρετικά, τρυφερά, σοφά, συμπονετικά, αλληλέγγυα, σχεδόν ουτοπικά.
Δεν είναι όμως, κι αυτό σιγά αλλά σταθερά αποκαλύπτεται.
Αλλά,
δεν έχω πειστεί μέχρι τώρα ότι η όποια νέα εξέλιξη στα μέσα που χρησιμοποιούμε, έχει αλλάξει τους βασικούς κανόνες που ορίζουν τη ζωή των ανθρώπων και των κοινωνιών τους.
Με άλλα λόγια, ο χρόνος και η διευρυνόμενη χρήση του μέσου θα βγάλει τις μάσκες όπου υπάρχουν, θα καθαρίσει τη θολή εικόνα, θα αποδομήσει το τάχα μου, θα υπονομεύσει τις υπόγειες διαδρομές.
Δυστυχώς όμως, όπως πάντα άλλωστε, η διαδικασία αυτή έχει θύματα και θύτες. Άνθρωποι τσαλακώνονται, απόψεις λοιδορούνται, αξιοπρέπειες ισοπεδώνονται. Παρέες συγκροτούνται με όρους συμμορίας, σχέσεις πλαστικοποιούνται για να κλείνουν αεροστεγώς, για να χωράει ακριβώς η μία μέσα στην άλλη, όπως τα ταπερ.
Ο χρόνος λοιπόν καθαρτήρια, λυτρωτική δύναμη αποκάλυψης.
Για όσους θέλουν να δουν, να ακούσουν, να επιλέξουν, να μιλήσουν.
Για τους μη-πλαστικούς που μπορεί να είναι πολλοί αλλά εγώ σήμερα θα πω ευχαριστώ σε δύο.
Στην xpsilikatzoy και στον kaltsovrako.
Με βοήθησαν να ανοίξω αυτό το μπλογκ πριν έναν χρόνο. Μου έδωσαν με τη στάση και τη συμπεριφορά τους μαθήματα επιβίωσης στο διαδίκτυο.
Έμειναν όλο αυτό το διάστημα φίλοι αληθινοί, παρόντες όταν χρειάστηκε και το ζήτησα.
Άνθρωποι αληθινοί που έχουν μπλογκ, που έχουν πάρει οριστικά διαζύγιο από το δήθεν, που είναι αυτό που διαβάζετε, χωρίς μερεμέτια και εξωραϊσμούς.
Άνθρωποι που στους πάσης φύσεως αγοραίους πραματευτάδες, της κάθε είδους ηθικής, απαντάνε αφοπλιστικά και αβίαστα με το ήθος τους. Γιατί αυτό είναι που τους χαρακτηρίζει.
Για όσο καιρό υπάρχει αυτό το μπλογκ, είναι τιμή για μένα, τα λινκς θα ξεκινάνε με αυτά τα δύο ονόματα.
Της Ντίνας και του Τάσου.
Ένας νέος τρόπος επικοινωνίας.
Επανάσταση το χαρακτηρίζουν κάποιοι και ίσως έχουν λίγο δίκιο.
Είναι ασφαλώς κάτι καινούργιο, ανοίγει ορίζοντες, διευρύνει δυνατότητες.
Μέσον προσέγγισης ανθρώπων και ιδεών, αντιλήψεων και συμπεριφορών.
Μπορεί ο κάθε ένας να μιλήσει με ανθρώπους που άλλοτε δεν θα μπορούσε καν να φανταστεί την ύπαρξή τους. Μπορεί να εξομολογηθεί, να διαμαρτυρηθεί, να εκφράσει τη χαρά για όσα καλά του συμβαίνουν. Μπορεί να μοιραστεί τον πόνο ή τις σκέψεις του, να δει αντιδράσεις.
Μπορεί όμως να είναι και ένας τρόπος οικοδόμησης μιας προσωπικότητας που δεν υπάρχει, αλλά που θα θέλαμε να είναι υπαρκτή. Ένας τρόπος να γίνουμε πιο όμορφοι, αρεστοί, έξυπνοι, χαριτωμένοι όταν χρειάζεται, αλλά και βαθυστόχαστοι όταν πρέπει.
Να παραστήσουμε αυτό που θα θέλαμε να είμαστε και ποτέ δεν τα καταφέραμε.
Μπορεί και να γίνει κι ένας δρόμος διαφυγής από την πραγματικότητα που δεν μας αρέσει, και θα την θέλαμε κάπως αλλιώς ή τελείως μα τελείως διαφορετική.
Ένας τρόπος «ζωής» έξω από τη ζωή.
Γιατί υπάρχει αυτή η ιδιαιτερότητα, να μιλάς και να μη σε βλέπουν, μόνο να σε φαντάζονται. Διαβάζουν οτι γράφεις, διαβάζουν τις σκέψεις που θέλεις να φανερώσεις, ποτέ όμως τις δεύτερες ή τις τρίτες που βρίσκονται στην άκρη του μυαλού σου.
Δεν υπάρχει η περίπτωση να αποκαλυφθείς από το βλέμμα σου, τις κινήσεις, τα ξεσπάσματα, την καθημερινότητά σου.
Από όλα αυτά που σε χαρακτηρίζουν, με ακρίβεια εξουθενωτική. Με την αλήθεια σου δηλαδή.
Κάποιες φορές γίνεται τρόπος εκδίκησης, αλλά και ένας δρόμος για τη μεγάλη ρεβάνς. Μία μέθοδος που έχει ακροατήριο, για να τιμωρήσεις όσους πιστεύεις πως σε αδίκησαν, για να αποδείξεις ότι είσαι κάτι πολύ καλύτερο από αυτό που σου αναγνώρισαν.
Κι όλα αυτά εκ του ασφαλούς. Γιατί κανείς δεν θα σου ζητήσει πραγματικά τα ρέστα όπως συχνά συμβαίνει στη ζωή. Δεν υπάρχουν πραγματικές τριβές, αληθινές συγκρούσεις, ειλικρινείς φιλίες. Εκτός από τις εξαιρέσεις που έρχονται να επιβεβαιώσουν τον κανόνα.
Κι όλα αυτά εκ του ασφαλούς με τη δυνατότητα της διπλής εξήγησης, της διπλής γραφής. Υπαινικτική, αμφίσημη η δημόσια τοποθέτηση. "Ακριβής", με ονοματεπώνυμο και χαρακτηρισμούς και πληροφορίες, η ταυτόχρονη και παράλληλη επικοινωνία με τους αποδέκτες των επεξηγηματικών μαιηλς...
Ένας θαυμαστός τρόπος επικοινωνίας. Σε μια εποχή που τη χαρακτηρίζει η μοναξιά και η επίπλαστη κοινωνικότητα.
Ένας θαυμαστός τρόπος κατάκτησης μιας νέας συλλογικότητας σε μια εποχή που το εμείς μοιάζει να βρίσκεται θαμμένο οριστικά στο νεκροταφείο των ιδεών και των συμπεριφορών.
Σε αυτόν τον θαυμαστό καινούργιο κόσμο χωράνε όλοι. Όπως και στη ζωή.
Είναι όμως ένας κόσμος σχεδόν στην αρχή του, και είναι σχετικά εύκολες οι παραχαράξεις, οι παγίδες, οι εντυπωσιασμοί. Όλοι και όλα μοιάζουν εξαιρετικά, τρυφερά, σοφά, συμπονετικά, αλληλέγγυα, σχεδόν ουτοπικά.
Δεν είναι όμως, κι αυτό σιγά αλλά σταθερά αποκαλύπτεται.
Αλλά,
δεν έχω πειστεί μέχρι τώρα ότι η όποια νέα εξέλιξη στα μέσα που χρησιμοποιούμε, έχει αλλάξει τους βασικούς κανόνες που ορίζουν τη ζωή των ανθρώπων και των κοινωνιών τους.
Με άλλα λόγια, ο χρόνος και η διευρυνόμενη χρήση του μέσου θα βγάλει τις μάσκες όπου υπάρχουν, θα καθαρίσει τη θολή εικόνα, θα αποδομήσει το τάχα μου, θα υπονομεύσει τις υπόγειες διαδρομές.
Δυστυχώς όμως, όπως πάντα άλλωστε, η διαδικασία αυτή έχει θύματα και θύτες. Άνθρωποι τσαλακώνονται, απόψεις λοιδορούνται, αξιοπρέπειες ισοπεδώνονται. Παρέες συγκροτούνται με όρους συμμορίας, σχέσεις πλαστικοποιούνται για να κλείνουν αεροστεγώς, για να χωράει ακριβώς η μία μέσα στην άλλη, όπως τα ταπερ.
Ο χρόνος λοιπόν καθαρτήρια, λυτρωτική δύναμη αποκάλυψης.
Για όσους θέλουν να δουν, να ακούσουν, να επιλέξουν, να μιλήσουν.
Για τους μη-πλαστικούς που μπορεί να είναι πολλοί αλλά εγώ σήμερα θα πω ευχαριστώ σε δύο.
Στην xpsilikatzoy και στον kaltsovrako.
Με βοήθησαν να ανοίξω αυτό το μπλογκ πριν έναν χρόνο. Μου έδωσαν με τη στάση και τη συμπεριφορά τους μαθήματα επιβίωσης στο διαδίκτυο.
Έμειναν όλο αυτό το διάστημα φίλοι αληθινοί, παρόντες όταν χρειάστηκε και το ζήτησα.
Άνθρωποι αληθινοί που έχουν μπλογκ, που έχουν πάρει οριστικά διαζύγιο από το δήθεν, που είναι αυτό που διαβάζετε, χωρίς μερεμέτια και εξωραϊσμούς.
Άνθρωποι που στους πάσης φύσεως αγοραίους πραματευτάδες, της κάθε είδους ηθικής, απαντάνε αφοπλιστικά και αβίαστα με το ήθος τους. Γιατί αυτό είναι που τους χαρακτηρίζει.
Για όσο καιρό υπάρχει αυτό το μπλογκ, είναι τιμή για μένα, τα λινκς θα ξεκινάνε με αυτά τα δύο ονόματα.
Της Ντίνας και του Τάσου.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 26, 2006
ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΑΛΚΥΟΝΗΣ
Το δώρο της Αλκυόνης ξεχωριστό και πολύτιμο:
Το Μονόγραμμα του Ελύτη σε απαγγελία Μίκη Θεοδωράκη και Ιουλίτας Ιλιοπούλου
Ακούστε το Μίκη, είναι συγκλονιστικός.
Για τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων,
για όλα όσα θέλουμε να αγγίξουμε και δεν τολμάμε.
Για τις δεύτερες και τρίτες αναγνώσεις που ίσως πρέπει να κάνουμε.
Στη ζωή και στα όνειρα
Ευχαριστούμε Αλκυόνη,
Να περνάς καλά και περιμένουμε κι άλλα τέτοια δώρα.
( Δεν είναι ανάγκη να γιορτάζουμε κάτι…).
:-)
ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ (1971)
Θα πενθώ πάντα -μ' ακούς;- για σένα,
μόνος, στον Παράδεισο
Ι
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.
II
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια
Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική
Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
Που γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από
τους καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.
III
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα
Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε
Ακουστά σ' έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά
Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα.
IV
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς
Είμ' εγώ, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, μ'ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς
Που μ' αφήνεις, που πας και ποιος, μ' ακούς
Σου κρατεί το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα 'ρθει μέρα, μ' ακούς
Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
Στα νερά ένα ένα, μ' ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς
Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς;
Είμ' εγώ που φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς.
V
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ' αντάρτες απόμαχους
Από τι να 'ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να 'ρθω
Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό
Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ' αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι
Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ' όλο το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου
Βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Με τ' άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης
Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει
Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο
Για σένα ούτε η γερόντισσα μ' όλα της τα βοτάνια
Για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική
Που διώχνω μέσα μου αλλ' αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.
VI
Έχω δει πολλά και η γη μέσ' απ' το νου μου φαίνεται ωραιότερη
Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά
της θάλασσας
Έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί
Να 'χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθεί
Και να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
Για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, και ας είμ' εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ' ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς
τον Παράδεισο!
VII
Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο
Οδυσσέας Ελύτης
Το Μονόγραμμα του Ελύτη σε απαγγελία Μίκη Θεοδωράκη και Ιουλίτας Ιλιοπούλου
Ακούστε το Μίκη, είναι συγκλονιστικός.
Για τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων,
για όλα όσα θέλουμε να αγγίξουμε και δεν τολμάμε.
Για τις δεύτερες και τρίτες αναγνώσεις που ίσως πρέπει να κάνουμε.
Στη ζωή και στα όνειρα
Ευχαριστούμε Αλκυόνη,
Να περνάς καλά και περιμένουμε κι άλλα τέτοια δώρα.
( Δεν είναι ανάγκη να γιορτάζουμε κάτι…).
:-)
ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ (1971)
Θα πενθώ πάντα -μ' ακούς;- για σένα,
μόνος, στον Παράδεισο
Ι
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.
II
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια
Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική
Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
Που γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από
τους καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.
III
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα
Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε
Ακουστά σ' έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά
Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα.
IV
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς
Είμ' εγώ, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, μ'ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς
Που μ' αφήνεις, που πας και ποιος, μ' ακούς
Σου κρατεί το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα 'ρθει μέρα, μ' ακούς
Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
Στα νερά ένα ένα, μ' ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς
Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς;
Είμ' εγώ που φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς.
V
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ' αντάρτες απόμαχους
Από τι να 'ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να 'ρθω
Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό
Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ' αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι
Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ' όλο το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου
Βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Με τ' άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης
Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει
Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο
Για σένα ούτε η γερόντισσα μ' όλα της τα βοτάνια
Για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική
Που διώχνω μέσα μου αλλ' αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.
VI
Έχω δει πολλά και η γη μέσ' απ' το νου μου φαίνεται ωραιότερη
Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά
της θάλασσας
Έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί
Να 'χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθεί
Και να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
Για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, και ας είμ' εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ' ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς
τον Παράδεισο!
VII
Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο
Οδυσσέας Ελύτης
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 25, 2006
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 22, 2006
ΓΚΡΙΖΑΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ...

ΜΟΥ ΛΕΝΕ ΠΩΣ ΜΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ
Βαγγέλη Παπάζογλου
Μου λένε πως μου φαίνεται
το κόκκινο ζωνάρι
μα δεν μου κακοφαίνεται
γιατί ΄μαι παλικάρι
Μου φαίνεται μου φαίνεται
και δεν μου κακοφαίνεται
και σένα που σου φαίνεται
γιατί σου κακοφαίνεται;
Των κοριτσιών φαίνονται
οι όμορφες γαμπίτσες
μα δεν τους κακοφαίνεται
φορούν κοντές ρομπίτσες
Κρίμα να μη σου φαίνεται
και δεν μου κακοφαίνεται
και σένα που σου φαίνεται
γιατί σου κακοφαίνεται;
Της χήρας δεν της φαίνεται
γιατί φοράει μαύρα
και δεν της κακοφαίνεται
γιατί δεν έχει άντρα.
Κρίμα να μη σου φαίνεται…
Άνοιξη 1974,
λίγους μήνες πριν τη μεταπολίτευση,
λίγους μήνες μετά το Πολυτεχνείο.
"Τα Πέριξ",
12 λαϊκά, ρεμπέτικα τραγούδια με τη Βούλα Σαββίδη.
Σε Διασκευή - Ενορχήστρωση - Διεύθυνση του Μάνου Χατζιδακι.
Τριάντα δύο χρόνια μετά αυτός ο δίσκος παραμένει πρωτοποριακός
Τριάντα δύο χρόνια μετά, αν δεν τον έχετε, αγοράστε αυτό το δίσκο.
Διαβάστε το εισαγωγικό σημείωμα του Μάνου Χατζιδάκι.
Κανείς νομίζω δεν έχει πει τόσα πολλά για το ρεμπέτικο τραγούδι, με τόσο λίγες λέξεις.
Βαγγέλη Παπάζογλου
Μου λένε πως μου φαίνεται
το κόκκινο ζωνάρι
μα δεν μου κακοφαίνεται
γιατί ΄μαι παλικάρι
Μου φαίνεται μου φαίνεται
και δεν μου κακοφαίνεται
και σένα που σου φαίνεται
γιατί σου κακοφαίνεται;
Των κοριτσιών φαίνονται
οι όμορφες γαμπίτσες
μα δεν τους κακοφαίνεται
φορούν κοντές ρομπίτσες
Κρίμα να μη σου φαίνεται
και δεν μου κακοφαίνεται
και σένα που σου φαίνεται
γιατί σου κακοφαίνεται;
Της χήρας δεν της φαίνεται
γιατί φοράει μαύρα
και δεν της κακοφαίνεται
γιατί δεν έχει άντρα.
Κρίμα να μη σου φαίνεται…
Άνοιξη 1974,
λίγους μήνες πριν τη μεταπολίτευση,
λίγους μήνες μετά το Πολυτεχνείο.
"Τα Πέριξ",
12 λαϊκά, ρεμπέτικα τραγούδια με τη Βούλα Σαββίδη.
Σε Διασκευή - Ενορχήστρωση - Διεύθυνση του Μάνου Χατζιδακι.
Τριάντα δύο χρόνια μετά αυτός ο δίσκος παραμένει πρωτοποριακός
Τριάντα δύο χρόνια μετά, αν δεν τον έχετε, αγοράστε αυτό το δίσκο.
Διαβάστε το εισαγωγικό σημείωμα του Μάνου Χατζιδάκι.
Κανείς νομίζω δεν έχει πει τόσα πολλά για το ρεμπέτικο τραγούδι, με τόσο λίγες λέξεις.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 19, 2006
ΤΡΟΠΟΙ ΔΙΑΦΥΓΗΣ
Το λένε οι περισσότεροι.
Αυτά τα Χριστούγεννα κάτι έχουν, κάτι δεν πάει καλά.
Συνταγές για διόρθωσή τους δεν έχω.
Μπορώ όμως να προτείνω με σιγουριά τρόπους διαφυγής.
1) Πρωτοεκδόθηκε από τη ΝΕΦΕΛΗ το 1990. Φέτος επανεκδίδεται από την ΙΝΔΙΚΤΟ και νομίζω ότι αυτή η έκδοση είναι περισσότερο προσεγμένη.
Αναφέρομαι στο βιβλίο:
ΑΝΤΡΕΪ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ
ΜΑΡΤΥΡΟΛΟΓΙΟ
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ 1970 – 1986

Την έκδοση συνοδεύει DVD με το εκπληκτικό ντοκιμαντέρ:
« Αντρεϊ Ταρκόφσκι ΕΞΟΡΙΑ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ»
2) Το ποστ του Πανου έκανε αναφορά σε ένα εξαιρετικό βιβλίο που δεν το ήξερα.
Το αγόρασα για τις μέρες των αργιών, αλλά είναι συναρπαστικό. Αν το ξεκινήσεις δεν μπορείς να το αφήσεις.
Είναι το βιβλίο του Δημήτρη Ραυτόπουλου : Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος»

3) Στα περίπτερα αναζητείστε την προσφορά του περιοδικού ΜΕΤΡΟ σε πλαστική συσκευασία. Τιμή 4,90 Ευρώ !!!!!!
Περιλαμβάνει :
DVD με την βραβευμένη ταινία του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου «Γιώργος Σεφέρης Ημερολόγια Καταστρώματος».

DVD με το αφιέρωμα στον Μίκη Θεοδωράκη «ΤΑ ΠΡΩΙΜΑ ΧΡΟΝΙΑ 1950 – 1970»

CD με απαγγελίες 2 ποιημάτων από τον Ανδρέα Εμπειρίκο και την Έλλη Λαμπέτη. Τρία τραγούδια από τον Αργύρη Μπακιρτζή, τον Παύλο Σιδηρόπουλο και τον Μάνο Λοϊζο.
Αυτά τα Χριστούγεννα κάτι έχουν, κάτι δεν πάει καλά.
Συνταγές για διόρθωσή τους δεν έχω.
Μπορώ όμως να προτείνω με σιγουριά τρόπους διαφυγής.
1) Πρωτοεκδόθηκε από τη ΝΕΦΕΛΗ το 1990. Φέτος επανεκδίδεται από την ΙΝΔΙΚΤΟ και νομίζω ότι αυτή η έκδοση είναι περισσότερο προσεγμένη.
Αναφέρομαι στο βιβλίο:
ΑΝΤΡΕΪ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ
ΜΑΡΤΥΡΟΛΟΓΙΟ
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ 1970 – 1986

Την έκδοση συνοδεύει DVD με το εκπληκτικό ντοκιμαντέρ:
« Αντρεϊ Ταρκόφσκι ΕΞΟΡΙΑ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ»
2) Το ποστ του Πανου έκανε αναφορά σε ένα εξαιρετικό βιβλίο που δεν το ήξερα.
Το αγόρασα για τις μέρες των αργιών, αλλά είναι συναρπαστικό. Αν το ξεκινήσεις δεν μπορείς να το αφήσεις.
Είναι το βιβλίο του Δημήτρη Ραυτόπουλου : Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος»

3) Στα περίπτερα αναζητείστε την προσφορά του περιοδικού ΜΕΤΡΟ σε πλαστική συσκευασία. Τιμή 4,90 Ευρώ !!!!!!
Περιλαμβάνει :
DVD με την βραβευμένη ταινία του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου «Γιώργος Σεφέρης Ημερολόγια Καταστρώματος».

DVD με το αφιέρωμα στον Μίκη Θεοδωράκη «ΤΑ ΠΡΩΙΜΑ ΧΡΟΝΙΑ 1950 – 1970»

CD με απαγγελίες 2 ποιημάτων από τον Ανδρέα Εμπειρίκο και την Έλλη Λαμπέτη. Τρία τραγούδια από τον Αργύρη Μπακιρτζή, τον Παύλο Σιδηρόπουλο και τον Μάνο Λοϊζο.
Μη με κατηγορήσετε για γκρίζα διαφήμιση.
Δεν είναι αυτή η πρόθεσή μου.
Να μοιραστώ τη χαρά μου ήθελα γι΄αυτή μου την παρέα τις μέρες των Χριστουγέννων.
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 15, 2006
ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ
Να είσαι μετανάστης. Σε μια χώρα που μόλις λίγες δεκαετίες πριν οι κάτοικοί της διασκορπίζονταν κατά εκατοντάδες χιλιάδες στα 4 σημεία του ορίζοντα για να βρουν δουλειά. Για να στείλουν πίσω στην πατρίδα δολάρια, να θρέψουν τα παιδιά τους. Σε μια χώρα που πλέον δυσανασχετεί για τους «ξένους» που «παίρνουν τις δουλειές».
Να είσαι μετανάστης. Σε μια χώρα που καυχιέται για την πολιτισμική της παράδοση και για τη "φιλοξενία" της. Ταυτόχρονα όμως δεν ανέχεται την εθνική ομάδα της χώρας σου να κερδίσει ένα ματς και μαχαιρώνει.
Να είσαι μετανάστης και να ξέρεις ότι είσαι για να κάνεις όλες τις δουλειές που οι ντόπιοι "άρχοντες" θεωρούν παρακατιανές. Και το μεροκάματο να είναι μαύρο και γλίσχρο.
Να είσαι μετανάστης Αλβανός στην Ελλάδα, και να είσαι ο υπ’ αριθμόν ένα ύποπτος για όποια εγκληματική ενέργεια συμβαίνει, οπουδήποτε, οποιαδήποτε στιγμή.
Να είσαι μετανάστης και να πρέπει να υποκρίνεσαι και να κρύβεις την αγάπη και την περηφάνια για την πατρίδα σου, για να μην παρεξηγηθείς και γίνεις στόχος.
Να είσαι μετανάστης και να δέχεσαι μαχαιριές συμβολικές και πραγματικές στη χώρα που σε «φιλοξενεί».
Αλλά και μαχαιριές πισώπλατες στη πατρίδα σου.
Να είσαι μετανάστης και να βγάζεις κραυγή αγωνίας για το έγκλημα που συντελείται στη χώρα σου. Την δια νόμου κατάργηση της Ακαδημίας Επιστημών.
Να είσαι Αλβανός μετανάστης στην Ελλάδα και να ζητάς βοήθεια και συμπαράσταση σε μια χώρα που μπορεί και να σε θεωρήσουν γραφικό, γιατί ασχολείσαι με «αδειανά πουκάμισα» και Ακαδημίες και Πανεπιστήμια στην … Αλβανία και άλλα τέτοια εκτός "επικαιρότητας".
Πρέπει να νοιώθεις πολύ μοναξιά και απόγνωση όταν είσαι όλα αυτά. Πρέπει να έχεις πολύ θάρρος και πίστη στους ανθρώπους για να συνεχίζεις παρ’ όλα αυτά.
Φίλε n.ago
Θέλει πολύ κουράγιο, πολύ δύναμη να είσαι όλα αυτά και να ξέρεις πως τις ιδέες και τους αγώνες σου θα τους πληρώσεις.
Γιατί όταν γυρίσεις στην πατρίδα, ΠΑΛΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ ΘΑ ΕΙΣΑΙ…
Ο Μπερίσα φροντίζει γι' αυτό.
Να είσαι μετανάστης. Σε μια χώρα που καυχιέται για την πολιτισμική της παράδοση και για τη "φιλοξενία" της. Ταυτόχρονα όμως δεν ανέχεται την εθνική ομάδα της χώρας σου να κερδίσει ένα ματς και μαχαιρώνει.
Να είσαι μετανάστης και να ξέρεις ότι είσαι για να κάνεις όλες τις δουλειές που οι ντόπιοι "άρχοντες" θεωρούν παρακατιανές. Και το μεροκάματο να είναι μαύρο και γλίσχρο.
Να είσαι μετανάστης Αλβανός στην Ελλάδα, και να είσαι ο υπ’ αριθμόν ένα ύποπτος για όποια εγκληματική ενέργεια συμβαίνει, οπουδήποτε, οποιαδήποτε στιγμή.
Να είσαι μετανάστης και να πρέπει να υποκρίνεσαι και να κρύβεις την αγάπη και την περηφάνια για την πατρίδα σου, για να μην παρεξηγηθείς και γίνεις στόχος.
Να είσαι μετανάστης και να δέχεσαι μαχαιριές συμβολικές και πραγματικές στη χώρα που σε «φιλοξενεί».
Αλλά και μαχαιριές πισώπλατες στη πατρίδα σου.
Να είσαι μετανάστης και να βγάζεις κραυγή αγωνίας για το έγκλημα που συντελείται στη χώρα σου. Την δια νόμου κατάργηση της Ακαδημίας Επιστημών.
Να είσαι Αλβανός μετανάστης στην Ελλάδα και να ζητάς βοήθεια και συμπαράσταση σε μια χώρα που μπορεί και να σε θεωρήσουν γραφικό, γιατί ασχολείσαι με «αδειανά πουκάμισα» και Ακαδημίες και Πανεπιστήμια στην … Αλβανία και άλλα τέτοια εκτός "επικαιρότητας".
Πρέπει να νοιώθεις πολύ μοναξιά και απόγνωση όταν είσαι όλα αυτά. Πρέπει να έχεις πολύ θάρρος και πίστη στους ανθρώπους για να συνεχίζεις παρ’ όλα αυτά.
Φίλε n.ago
Θέλει πολύ κουράγιο, πολύ δύναμη να είσαι όλα αυτά και να ξέρεις πως τις ιδέες και τους αγώνες σου θα τους πληρώσεις.
Γιατί όταν γυρίσεις στην πατρίδα, ΠΑΛΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ ΘΑ ΕΙΣΑΙ…
Ο Μπερίσα φροντίζει γι' αυτό.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

