Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 22, 2006

ΑΠΟΠΕΙΡΑ

Υπήρξε μια εποχή που οι υπολογιστές δεν υπήρχαν. Η τηλεόραση έκανε τα πρώτα της βήματα και το ραδιόφωνο κρατικό, (χουντικό στην προκειμενη περίπτωση), ήταν στο ζενιθ της δύναμής του.

Υπήρξε μια εποχή που τα νέα ψιθυρίζονταν και οι συμβολισμοί ήταν ο αναγκαίος, κάποιες φορές μοναδικός, τρόπος επικοινωνίας.

Υπήρξε μια εποχή που τα βιβλία περνούσαν από χέρι σε χέρι και οι υπογραμμίσεις του προηγούμενου αναγνώστη μπορούσαν να αλλάξουν το νόημα του κειμένου.

Υπήρξε μια εποχή που τα εξώφυλλα των δίσκων δεν ήταν διακοσμητικά, αλλά σημαντικά καλλιτεχνικά γεγονότα από μόνα τους.

Υπήρξε μια εποχή που οι έφηβοι, τα νέα παιδιά, άκουγαν δίσκους και ταξίδευαν μακριά. Ηταν ο μόνος τρόπος να ταξιδέψουν. Ηταν η μόνη διέξοδος επικοινωνίας με τον κόσμο και τον εαυτό τους.

Εκείνη την εποχη κυκλοφόρησε ο δίσκος του Γιάννη Μαρκόπουλου με μελοποιημένα ποιήματα του Γ. Σεφέρη.

Είμαι περίεργος, 35 χρονια μετά, πως «στέκεται» ο στίχος και η μουσική, ποιά συναισθήματα και σκέψεις γεννάει -αν γεννάει- ταξιδεύοντας στο διαδίκτυο.

Το ποίημα έχει τίτλο "Ο γυρισμός του ξενιτεμένου", τραγουδάει ο Λ. Χαλκιας και η Ι. Κιουρτσογλου




Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ

«Παλιέ μου φίλε τι γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου».

«Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μου έρχουνται ως τη μέση
κι' οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι' όμως σαν είμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κατω από τους μεγάλους ίσκιους
κι' έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος».

«Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά - σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά - σιγά θα 'ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι' οι πλαγιές σου».

«Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ' αυτή τη στάνη;
οι στέγες μου έρχονται ως τους ώμους
κι' όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους».

«Παλιέ μου φίλε δε μ' ακούς;
σιγά -σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι' αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι' οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν».

«Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τι μου λες
όσο μιλάς τ' ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεται στο χώμα».

«Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σου έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ' τη γης κι' απ' τους ανθρώπους».

«Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι' ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα».

16 σχόλια:

pussycat είπε...

ωραιες εποχες;
γιατι τοση λυπη;

fili είπε...

Οι στιχοι ανήκουν στον ποιητή.
Το προηγούμενο κείμενο από πού το αντέγραψες καλέ μου φίλε;

Χαρτοπόντικας είπε...

Προχτές είδα ενα φιλμ για τον Σεφέρη κι αυτό ήρθε κι έδεσε..

Krotkaya είπε...

δεν ξέρω να εξηγήσω το πώς και το γιατί, αλλά εμένα μου είπαν πάρα πολλά οι δυο τελευταίες στροφές.

φτάνει αυτό;

fili είπε...

Αστειάκι σου έκανα φίλε μου!!!
Μην μου αρχίσεις τις αγριοφωνάρες....
Απλώς σε οριζόντια παράταξη μεν, ποιητικότατο δε το γράψιμό σου.
Είδες οι καλές παρέες;
Φιλιά στον Κόπερ και την στριμμένη μούρη σου!

bebelac είπε...

Ποιητική απάντηση (αφιερωμένη στον Αλζάπ και τους φίλους του):

Πύργοι χαρτένιοι τα όνειρα, σκόρπια κι΄οι πόθοι κάστρα,
τάφος και το πολύβοο κι' άγριο της χώρας κύμα,
κι' εδώ μες στην αστροφεγγιά και τη γαλάρια πάστρα,
μαρνέροι εσείς, καλές καρδιές,όπου αρμενάτε πρίμα ...

alcimede είπε...

Τι μου θύμισες...
Το άκουγα παιδί/έφηβη και έκλαιγα.
Το διάβάζω τώρα και μου έρχεται η ίδια ταραχή.
Μόνο που τώρα πεισμώνω κιόλας.
Να σαι καλά που μου το θύμισες

Πάνος είπε...

Είσαι σίγουρος πως είναι 35 τα χρόνια;

Το τραγούδι το θυμάμαι - το έπαιζε το ραδιόφωνο.

Δεν μου άρεσε τότε - είχα ήδη αρχίσει να αναπτύσσω αλλεργία στον Μαρκόπουλο.

Γνώμη μου είναι πως η μελοποίηση "δολοφόνησε" τους στίχους - οι οποίοι δεν είναι και οι καλύτεροι του Σεφέρη.

xpsilikatzoy είπε...

Κι εμένα το ποίημα πάνω από το ποίημα μου άρεσε πιο πολύ. Μα πάρα πολύ όμως! :)

candyblue είπε...

Σωπαίνεις και αναλογίζεσαι.
Τίποτε άλλο,οτιδήποτε άλλο οδηγεί σε μια αυτοκαταστροφική θλίψη για το τότε που κατέρρευσε μαζί με την τελευταία τοξωτή ματιά σου.

Βέβαια διαβάζοντας και ξανακούγοντας παρελθόντα αποσπάσματα μασίφ εικόνας και ήχου επιστρέφουν σε μένα αυτοί οι στίχοι του Σεφέρη: " Όπως τα πεύκα κρατούνε τη μορφή του αγέρα ενώ ο αγέρας έφυγε,δεν είναι εκεί,τι ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος έφυγε,δεν είναι εκεί."

Θάνος είπε...

"η νοσταλγία σου έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη"

Υπάρχει ρε... Εκει είναι οι φίλοι μου το σπίτι μου οι γονείς μου. Εχει θάλασσα. Έχει λάδι απο ελιές όχι τις μαλακίες που τρώτε εδώ. Οι άνθρωποι λέν μια καλημέρα το πρωί, είναι όμορφοι καλοσυνάτοι. Οι γυναίκες είναι σωστές. Ξέρουν να αγαπάνε και δέν δίνονται χωρίς λόγο, δε παίζουνε ειναι κυρίες. Εκτιμάνε το φιλότιμο οι ελληνες ρε όχι σαν και σας. Έχω γνωστούς εκεί είναι η παρέα απτο σχολείο. Ο Κώστας ο Ηλιας, η Μαρία. Ειναι οι φίλοι μου εκεί. Εδώ τί να τους κάνω τους φίλους σε λίγα χρόνια φέυγω.

G. SEFERIS είπε...

ok Thanos ΕΛΛΗΝΑΡΑ. θΑ ΣΥΜΜΟΡΦΩΘΩ!

Θάνος είπε...

Το παραπάνω μου τό στειλαν πρίν μια βδομαδα μέρες. Αυτός που το γραψε τό στειλε σε κάποιον γνωστό μου ελληνοπολωνο στην βαρσοβία. Πολωνία είναι ο φίλος εδώ και χρόνια.
Όταν το είδα αυτό:
"η νοσταλγία σου έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη"
αμέσως το θυμήθηκα.

btw "ΕΛΛΗΝΑΡΑΣ" είμαι Θεσσαλονίκη μένω.

Θάνος είπε...

Προτάσεις απο κείνο το email πήρα. Πές μου τώρα τί σε πήραξε που δε κατάλαβα...

Orelia είπε...

υπηρξα σε μια τετοια εποχη...
κι απεχθανομαι την υστερη εκδοχη,
πως, σ' αλλην θα συνηθισω κοινωνικη ζωη
υποκλινομενη στην παγκοσμια, αποκοσμη "σιωπη",
στου παροντος μου την ιστορικη στιγμη.....

καλη σου ημερα!

asteroid είπε...

Οι στίχοι του Σεφέρη στο συγκεκριμένο ποίημα πράγματι δεν είναι από τους καλύτερούς του. Ωστόσο, το τελευταίο δίστιχο είναι εξαιρετικό και ήταν ακόμη πιο δυνατό ως εικόνα και πραγματικότητα την εποχή, που μελοποιήθηκε και κυκλοφόρησε το τραγούδι του Μαρκόπουλου.
Είχα κι άλλοτε την ευκαιρία να πω πως για τους έφηβους της εποχής της δικτατορίας, που δεν είχαν ουσιαστικά προσωπικά βιώματα από το προδικτατορικό πολιτικό κλίμα, και την μουσική του Θεοδωράκη, που συνόδευε ως υπόκρουση το κλίμα αυτό - αν δεν το έφτιαχνε από μόνη της κιόλας! - τα τραγούδια του Μαρκόπουλου, με τους υπαινικτικούς ή κρυπτικούς στίχους του Μύρη και του Ελευθερίου, ήταν το πιο "επαναστατικό" ή "ανατρεπτικό" μουσικό έργο, στο οποίο είχαμε οι περισσότεροι πρόσβαση. Ήταν μια κάποια ανακούφιση αυτό τότε και όσοι μπορούμε κρατάμε (και) αυτή την πολύτιμη αίσθηση, όταν ξανακούμε σήμερα τα τραγούδια του Μαρκόπουλου και τις φωνές του Ξυλούρη, του Γαργανουράκη, της Λαβίνα, του Χαλκιά, της Νικολάου...