Πέμπτη, Φεβρουαρίου 20, 2014

ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΘΕ 4 ΧΡΟΝΙΑ...

...αλλά ΕΠΙΛΟΓΕΣ καθημερινές, ατομικές και συλλογικές.


(Ομιλία Γιώργου Παπανδρέου 20/02/14)

Είναι για μένα ιδιαίτερη χαρά να βρίσκομαι απόψε μαζί σας.
Όπως ιδιαίτερη ήταν η χαρά μου να ξαναβρεθώ στο Χάρβαρντ πρόσφατα – στο Kennedy School of Government – για να πραγματοποιήσω μια σειρά διαλέξεων με νέους φοιτητές από όλο τον κόσμο.
Ορισμένοι, μίλησαν απαξιωτικά ακόμη και για αυτό.
Το προσπερνώ.
Και προχωρώ.
Είναι πολλά αυτά που έχω να πω σήμερα.
”Η φωτιά στην γειτονιά”
Και στο Harvard, αλλά και παντού όπου γυρίζω ανά τον κόσμο, πολλοί προσπαθούν να καταλάβουν τι έγινε στην Ελλάδα.
Γιατί μια τόσο μικρή οικονομία παραλίγο να δημιουργήσει ένα νέο παγκόσμιο κράχ.
Ένας καθηγητής οικονομικών και φίλος μου στο Χάρβαρντ, ο Ρίτσαρντ Πάρκερ, περιγράφει την κρίση στην Ελλάδα ως την φωτιά στην κουζίνα του σπιτιού.
Ενώ υπήρχε, όπως σωστά λέει, φωτιά στο σπίτι, δηλαδή στην Ευρώπη, αλλά και μεγαλύτερη φωτιά στην γειτονιά, δηλαδή στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Θέλω λοιπόν να αναφερθώ στην φύση των κρίσεων αυτών.
Πριν από καιρό βρέθηκα στη Κορέα, όπου συναντήθηκα με επισήμους, με πολιτικούς και ακαδημαïκούς της περιοχής. Συζητήσαμε το μέλλον της Ασίας – την άνοδο της Κίνας και της Ινδίας.
Τρία απλά συμπεράσματα:
Πρώτον, βιώνουμε τον επαναπροσδιορισμό της παγκόσμιας ισχύος – με κερδισμένη την Ασία.
Δεύτερον, την διάχυση της οικονομικής και πολιτικής δύναμης από τον έναν πόλο, της Αμερικής, σε πολλούς παγκόσμιους παίκτες.
Και τρίτον, την ίδια στιγμή εντείνεται, βαθαίνει, η μεταξύ μας οικονομική αλληλεξάρτηση.
Αυτά θέτουν μια σειρά προκλήσεων:
Η αλληλεξάρτησή μας θα μπορούσε να είναι αφετηρία για μια πιο συλλογική δύναμη στην αντιμετώπιση των μεγάλων οικουμενικών ζητημάτων, από της εξάλειψης της φτώχειας, του αναλφαβητισμού, μέχρι και την κλιματική αλλαγή.
Από την άλλη, αυτή η αλληλεξάρτηση, μας δένει μεταξύ μας με τρόπο που μπορεί να δημιουργεί «πανδημίες» – μια ασθένεια, ένα πρόβλημα σε ένα σημείο της γης, να μετατραπεί – και με ιλιγγιώδη ταχύτητα – σε συστημικό πρόβλημα παγκοσμίως.
Πρόσφατο παράδειγμα, η αλλαγή πολιτικής της FED που επηρέασε άμεσα τις αναδυόμενες οικονομίες.
Πιο απειλητικό παράδειγμα ήταν βέβαια αυτό της Lehman Bros ή ακόμα της Ελλάδας.
Κρίσεις που όταν μείνουν ανεξέλεγκτες έχουν ανυπολόγιστες συνέπειες.
Τίθεται ευθέως για την ανθρωπότητα το ερώτημα:
«Πώς προστατεύουμε τον πολίτη από κρίσεις ή παρόμοια σοκ; – Πώς διαχειριζόμαστε από κοινού τον πλανήτη μας;»
Δεν είναι απλή η απάντηση – ειδικά όταν αναλογιστούμε μια παραδοξότητα ή καλύτερα, μια αντίφαση:
Η οικονομία μαζί με την τεχνολογία – ειδικά τις επικοινωνίας – παγκοσμιοποιείται. Από την άλλη πλευρά, οι θεσμοί μας, οι θεσμοί διακυβέρνησης και αποφάσεων, οι δημοκρατικοί μας θεσμοί, παραμένουν κατά βάση εθνικοί ή και τοπικοί.
Το αποτέλεσμα ποιο είναι: οι μεν «θνητοί», οι περισσότεροι πολίτες στον πλανήτη μας, ακολουθούν κατά βάση τις νόρμες, τους κανόνες, τους νόμους της κάθε κοινωνίας, ενώ το κεφάλαιο, είναι ελεύθερο, εκτός ελέγχου και εύκολα κινείται σε κάθε γωνιά της γης, πέρα από εθνικούς περιορισμούς, ουσιαστικά όπου βρει τις καλύτερες συνθήκες για κέρδος.
Τον προηγούμενο αιώνα και ιδιαίτερα από τις δυνάμεις που ονομάστηκαν σοσιαλδημοκρατικές στις αναπτυγμένες οικονομίες, δημιουργήθηκε το λεγόμενο «κοινωνικό συμβόλαιο».
Ήταν μια μορφή εξανθρωπισμού του καπιταλισμού.
Μια συμφωνία μεταξύ κοινωνικών εταίρων -εργοδοτών, εργαζομένων και του κράτους – να υπάρξουν μεν κέρδη για το κεφάλαιο, αλλά παράλληλα να εγγυηθούν βασικά κοινωνικά αγαθά – παιδεία, υγεία, συντάξεις, βασικούς μισθούς, εργασία, στέγη κλπ.
Σήμερα, από την στιγμή που το κεφάλαιο μπορεί να εγκαταλείψει μια χώρα, αυτό το κοινωνικό συμβόλαιο, υπονομεύτηκε.
Εφόσον μπορεί να κρυφτεί σε φορολογικούς παραδείσους, αφαιρούνται, κλέβονται, ζωτικής σημασίας κονδύλια από τις κοινωνίες μας. Για την ανάπτυξη, την παιδεία, την πρόνοια – ακόμα και για την αντιμετώπιση του χρέους.
Οι αναπτυγμένες κοινωνίες, πιέζονται από τις αγορές να υιοθετήσουν μοντέλα οικονομικής ανάπτυξης, παρόμοια με αυτά των αναδυόμενων αγορών, όπου δεν υπάρχουν συλλογικές διαπραγματεύσεις, προδιαγραφές συνθηκών εργασίας, συστήματα πρόνοιας ή προστασίας του περιβάλλοντος – που κοστίζουν.
Έχουμε το φαινόμενο της λεγόμενης κούρσας – ανταγωνισμού προς τον πάτο.
Παρότι οι αναδυόμενες χώρες έχουν βελτιώσει κάπως τις συνθήκες διαβίωσης των πληθυσμών τους, εντούτοις έχει αυξηθεί κατακόρυφα και παντού η ανισότητα.
Τεράστιος πλούτος συγκεντρώνεται σε χέρια λίγων.
Η OXFAM, πρόσφατα, αποκάλυψε ότι, 85 οικογένειες έχουν τόσο πλούτο όσο το 50% του πληθυσμού της γης που έχει εισόδημα κάτω του μέσου όρου.
Οι αρχαίοι προγονοί μας επινόησαν τη Δημοκρατία ως σύστημα που θα αποδομούσε την συγκέντρωση της εξουσίας σε χέρια λίγων.
Σήμερα, λοιπόν, αυτή η συγκέντρωση πλούτου αποδομεί τις δημοκρατίες μας.
Τα ανεξέλεγκτα lobby,
η διαφθορά δημόσιων προσώπων – από πολιτικούς μέχρι την δικαιοσύνη,
ο έλεγχος των ΜΜΕ,
έχουν αιχμαλωτίσει τους δημοκρατικούς μας θεσμούς.
Αυτή η πορεία είναι βιώσιμη;
Όχι. Δεν συμβάλει στην ορθολογική διαχείριση των πόρων του πλανήτη, των κρίσεων, υπέρ του κοινού καλού.
Ούτε για τις αναπτυγμένες χώρες, ούτε για τις αναδυόμενες οικονομίες.
Ενώ είναι σε μεγάλο βαθμό ο λόγος που ο πολίτης είναι αποξενωμένος από την πολιτική που φαντάζει ανήμπορη.
Τι μπορεί να κάνει για αυτό μία χώρα όπως η Ελλάδα;
Να θέσει ευθέως όλα αυτά τα ζητήματα.
Αποτελούν θέματα ζωτικής σημασίας για μας.
Να μιλήσει για αυτό που ονομάζω εξανθρωπισμό της παγκοσμιοποίησης.
Ως Πρωθυπουργός έθεσα το ζήτημα των φορολογικών παραδείσων στις Συνόδους Κορυφής, ώστε να ζητηθεί από τους G20 ρύθμιση και διαφάνεια.
Το ίδιο έκανα με την Πρωθυπουργό της Ελβετίας, μία από τις πολλές χώρες όπου «κρύβονται» κεφάλαια.
Ανέλαβα πρωτοβουλία και υπογράψαμε κοινή δήλωση – έκκληση με τους Sarkozy, Merkel, Juncker, Baroso, Van Rompuy, για ρύθμιση των ζητημάτων των CDS και των οίκων αξιολόγησης, την οποία και μετέφερα στον Μπάρακ Ομπάμα το 2010.
Πάλεψα, πάλεψε και η ευρωομάδα μας, για τον φόρο επί των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Κάτι που εν μέρει προχωρά.
Μια δίκαιη φορολογία που έστελνε σήμα στο παγκόσμιο κεφάλαιο, ότι έχουν και αυτοί υποχρεώσεις.
Δεν μπορεί να ιδιωτικοποιούνται κέρδη και να κοινωνικοποιούνται ζημιές.
Αυτά λέω και σήμερα.
Αλλά σήμερα, προς το τέλος του μνημονίου, η Ελλάδα πρέπει να ακουστεί πιο δυνατά.
Ο Ελληνικός λαός έχει κάνει τεράστιες θυσίες.
Για αυτό έχουμε το ηθικό δικαίωμα – θα έλεγα και υποχρέωση – να μιλήσουμε καθαρά στην διεθνή κοινότητα.
Κάθε τι που μπορεί να βελτιώσει τις συνθήκες για την ομαλή ανάκαμψη είναι προς όφελός μας.
Βέβαια, προνομιακό πεδίο – για να ακουστεί η φωνή μας – παραμένει η ΕΕ, η Ευρώπη.
Αλλά ποιά Ευρώπη;
Η Ευρώπη που κατανοεί την δύναμή της, που στέκεται ενωμένη και θέτει στόχο τον εξανθρωπισμό και τον εκδημοκρατισμό της παγκόσμιας οικονομίας.
Μπορεί;
Όταν θέλει ναι, μπορεί.
Ένα παράδειγμα.
Όταν η Ελλάδα είχε την Προεδρία της ΕΕ, το 2003, ήμουν επικεφαλής των ΥΠΕΞ της Ευρώπης.
Με τον κ. Σημίτη, συμμετείχαμε στην συνάντηση Κορυφής ΕΕ – ΗΠΑ.
Το Ιράκ ήταν τότε πρώτο θέμα στην διεθνή ατζέντα.
Το πρώτο θέμα όμως που μας έθεσε ο Bush, δεν αφορούσε τον πόλεμο.
Ζήτησε να αλλάξει η νομοθεσία απαγόρευσης των GMO, των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών, στην ΕΕ, ώστε να μπορούν να πουλούν οι μεγάλες αμερικανικές πολυεθνικές στην δική μας αγορά.
Βρεθήκαμε απέναντι.
Δεν συμφωνήσαμε.
Και είχαμε τη δύναμη όλης της ΕΕ να μας στηρίζει.
Αν στεκόμαστε ενωμένοι στην ΕΕ, μπορούμε να καθορίσουμε κανόνες, να προστατεύσουμε βασικά δικαιώματα, αλλά και αξίες, με τις οποίες έχει ταυτιστεί το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα – αναφέρω για παράδειγμα, δημοκρατικά δικαιώματα, προστασία προσωπικών δεδομένων, κοινωνική συνοχή, περιβαλλοντικοί νόμοι.
Η Ευρώπη είναι ένας μικρόκοσμος των διεθνών εξελίξεων.
Καλείται όμως να επιλέξει: είτε να παρασυρθεί – να υποταχθεί σε αυτές, είτε να οδηγήσει την παγκοσμιοποίηση προς μια πιο δημοκρατική και ανθρώπινη κατεύθυνση.
Ας πάρουμε όμως, ένα παράδειγμα αντίδρασης της Ευρώπης.
Την αντίδρασής της απέναντι στην ελληνική κρίση.
Παρότι καταφέραμε να φτιάξουμε μηχανισμό στήριξης – από το πουθενά και σε χρόνο ρεκόρ – με σκληρές διαπραγματεύσεις – σημειώνω ότι, ακόμη και την προηγούμενη της απόφασης, δεν είχε υπάρξει συμφωνία,
παρότι η Ελλάδα δεν χρεοκόπησε και δεν έζησε το 2010 μία εθνική τραγωδία βίαιης χρεοκοπίας,
παρότι πήραμε το μεγαλύτερο στην παγκόσμια ιστορία δάνειο, από τους φορολογούμενους των άλλων χωρών – μελών,
παρότι καταφέραμε να γίνει το μεγαλύτερο κούρεμα χρέους που έγινε ποτέ, χρέος που αλλιώς θα επωμιζόταν ο έλληνας φορολογούμενος,
ευθέως λέω ότι,
ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε η κρίση, υπονόμευσε τον πυρήνα των ευρωπαϊκών αξιών αντί να τις προστατεύσει.
Υπονόμευσε έτσι τις αξίες αυτές και διεθνώς.
Ο οικονομολόγος Dani Rodrik το έθεσε σωστά.
Σημείωσε πως υπάρχουν δύο αφηγήσεις:
Η πρώτη λέει: «αυτοί φταίνε».
Οι περιφερειακές χώρες της ΕΕ, δηλαδή. Εμείς, οι λεγόμενοι «PIIGS» παραφερθήκαμε. Δανειστήκαμε πολύ, ιδιωτικά και δημόσια, είχαμε άκαμπτες εργασιακές σχέσεις και χαμηλή παραγωγικότητα.
Υπάρχει και μία δεύτερη που λέει: «είναι συλλογικό μας σφάλμα».
Έχουμε μία ατελή νομισματική ένωση.
Έλλειψη τραπεζικής ένωσης.
Δεν έχουμε κοινές δημοσιονομικές και οικονομικές πολιτικές.
Έχουμε ένα κοινό νόμισμα αλλά πολλαπλές αγορές ομολόγων με διαφορετικά επιτόκια, απουσία κοινής έννομης τάξης για την αντιμετώπιση του χρέους και των χρεοκοπιών.
Και αυτές οι αδυναμίες είχαν ως αποτέλεσμα την διασπορά της κρίσης.
Μια «πανδημία» στην Ευρωζώνη.
Από την πλευρά μου, πάντα έλεγα: Η Ελλάδα έχει πρόβλημα, αλλά η Ελλάδα δεν είναι το πρόβλημα.
Όμως, πριν φτάσω στα του οίκου μας, επιτρέψτε μου, έχοντας πια την εμπειρία 4 ετών διαχείρισης της κρίσης, να μιλήσω για τις αδυναμίες της Ευρώπης.
Είναι ώρα να μιλήσουμε γι’ αυτές, γιατί είναι η ώρα των αποφάσεων στην ΕΕ που θα θεραπεύσουν τα σφάλματά της, πολλά από αυτά στην ουσία πληρώνει άδικα και ο Ελληνικός λαός.
Η ηγεσία της Ευρώπης υιοθέτησε και προώθησε την πρώτη αφήγηση:
«Για όλα φταίει η Ελλάδα και η Περιφέρεια».
Ήταν και λάθος και εύκολη προσέγγιση.
Πίσω από αυτήν, μπορούσαν να αποκρύψουν και τις ευθύνες της ΕΕ, η οποία μέχρι το 2009 δεν έλεγξε, δεν μίλησε, δεν φρέναρε, δεν αντέδρασε αποτελεσματικά στην ιλιγγιώδη άνοδο του ελλείμματος και του χρέους της χώρας.
Αν είχαν κάνει την δουλειά τους, δεν θα βρίσκονταν σε τόσο δεινή θέση οι Έλληνες.
Ήταν και μια βολική αφήγηση. Η ΕΕ και συγκεκριμένες χώρες, μπορούσαν να πουν, δεν έχω καμία ευθύνη.
Δεν χρειάζεται να αλλάξω.
Δεν χρειάζεται να δω τα δικά μου συστημικά προβλήματα.
Άρα η Ελλάδα, και αργότερα οι υπόλοιποι «αμαρτωλοί», έπρεπε να φορτωθούν το βάρος της προσαρμογής ουσιαστικά μόνοι τους.
Και αυτό συνέβη.
Όσοι είναι γερμανομαθείς γνωρίζουν ότι, η λέξη χρέος στα Γερμανικά είναι schuld, και shuldig σημαίνει και «ένοχος».
Η δημοσιονομική ευθύνη και προσαρμογή, απολύτως απαραίτητη, μετετράπη σε αυστηρή λιτότητα.
Έγινε ταυτόχρονα και «συνταγή και τιμωρία για την κακή μας συμπεριφορά».
Αυτή η αφήγηση προσδιόριζε λάθος το πρόβλημα και άρα υπονόμευε τη βιώσιμη λύση του.
Γιατί;
Πρώτον, γιατί τα χρέη και τα ελλείμματα στην Ελλάδα ήταν μόνο η κορυφή του παγόβουνου.
Το θανάσιμο μεν σύμπτωμα, αλλά όχι το βαθύτερο αίτιο.
Το πραγματικό πρόβλημα ήταν αυτό της χρηστής, ευνομούμενης διακυβέρνησης, ήταν η αποτυχία των δημοκρατικών θεσμών.
Αυτό αποτέλεσε και τον πυρήνα της πρώτης μου παρέμβασης στις Βρυξέλλες το 2009.
Με μεγάλη καθυστέρηση, πέρασαν χρόνια, αρκετοί το κατάλαβαν.
Δεύτερον, γιατί η σκληρή λιτότητα ως απολύτως κυρίαρχη αντίληψη, έβαλε κάτω από το χαλί τα δομικά προβλήματα της Ευρωζώνης.
Φανήκαμε ανήμποροι να πάρουμε σοβαρές αποφάσεις, όπως τα ευρωομόλογα.
Δημιουργήθηκε έτσι η εντύπωση πως δεν εμπιστευόμαστε, εμείς οι ίδιοι, το Ευρωπαϊκό project.
Και αυτό, συνδέθηκε με τις συνεχείς φήμες για έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, που πολλοί άφηναν να αιωρούνται αντί να τις «σκοτώσουν».
Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό για την ελληνική οικονομία.
Η οικονομία μας απλά πάγωσε, κάνοντας το πρόγραμμα προσαρμογής ακόμα πιο δύσκολο.
Τρίτον, το τραπεζικό σύστημα.
6 χρόνια μετά το crash στην Wall Street δεν έχουμε ακόμα βάλει τάξη στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα.
Για νιοστή φορά γίνονται έλεγχοι και stress tests στις τράπεζες της ΕΕ.
Αποτέλεσμα; Ρευστότητα με το σταγονόμετρο.
Ο τρόπος δε που αντιμετωπίστηκε η Κύπρος, καλλιέργησε περαιτέρω την διαίρεση μεταξύ τραπεζών της περιφέρειας – υψηλού ρίσκου και αυτών του πυρήνα της ΕΕ – χαμηλού ρίσκου, κάνοντας ακόμα πιο δύσκολη της προσαρμογή των οικονομιών μας.
Ενώ και τα χαμηλά επιτόκια της ΕΚΤ δεν φτάνουν στις χώρες υπό προσαρμογή λόγω των δομών της ΕΕ κάνοντας ακόμα πιο δύσκολο τον ανταγωνισμό μας στην κοινή αγορά.
Τέταρτον, η συνολική οικονομική πολιτική της ΕΕ, η ύφεση, η ευρύτερη πολιτική λιτότητας στην ΕΕ, έχουν κάνει πολύ πιο δύσκολη την προσαρμογή μετά την κρίση στη Wall Street.
Υπήρχε όμως τότε εναλλακτική πρόταση για την αντιμετώπιση της κρίσης;
Ναι, υπήρχε.
Ήθελε όμως άλλες ευρωπαϊκές ηγεσίες.
Στα τέλη Οκτωβρίου 2009, συμμετείχα στο πρώτο μου Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ως Έλληνας Πρωθυπουργός.
Αντικείμενο της Συνόδου ήταν η διαπραγμάτευση των θέσεων της ΕΕ στη Διάσκεψη της Κοπεγχάγης για την Κλιματική Αλλαγή.
Πρότεινα τότε πώς η Ευρώπη πρέπει να γίνει κινητήρια δύναμη και παράδειγμα πράσινης ανάπτυξης.
Αντλώντας ιδιωτικά κεφάλαια από πράσινα ευρωομόλογα και ρυθμίσεις, επενδύοντας στις απαραίτητες πράσινες πηγές ενέργειας και τις μεταφορές, για μία πραγματική πράσινη οικονομία.
Επενδύοντας επίσης, στο ανθρώπινο κεφάλαιο, την εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία.
Αν θέλουμε να δούμε την μεταμνημονιακή ΕΕ, υπερασπίζομαι και σήμερα την πρόταση αυτή – κάτι που διεθνείς οικονομολόγοι όπως ο Jeff Sachs ή ο Joe Stiglitz έχουν υποστηρίξει.
Αυτό θα είχε τριπλή επίδραση:
Πρώτον, η Ευρώπη θα έπαιρνε το παγκόσμιο προβάδισμα στο πιο κρίσιμο πρόβλημα της ανθρωπότητας, την κλιματική αλλαγή.
Δεύτερον, η Ευρώπη θα γινόταν ανταγωνιστική, επενδύοντας στην ποιότητα παρά στην κούρσα προς τον πάτο.
Τρίτον, η Ευρώπη θα έλυνε το εργασιακό της πρόβλημα και θα προετοίμαζε μια γενιά για τις προκλήσεις του μέλλοντος.
Επιπλέον, θα τραβούσε προς την Ευρώπη, παγκόσμια κεφάλαια.
Υπάρχει όμως και μία τέταρτη συνέπεια της αφήγησης που κυριάρχησε στην αρχή της κρίσης:
Η κυρίαρχη αυτή αφήγηση, συναισθηματικής ηθικολογίας και αναζήτησης αποδιοπομπαίων τράγων, έχει πληγώσει βαριά την συνείδηση των πολιτών μας.
Έβαλε σε αντιπαράθεση λαούς με λαούς.
Βόρειους εναντίον νοτίων και τανάπαλιν.
Και αυτή η ρητορική, ενισχύεται από μια συντηρητική ξενοφοβική και ρατσιστική πολιτική.
Από πολιτικούς που καλλιεργούν τον φόβο αντί της αλληλεγγύης.
Που πολώνουν αντί να ενώνουν.
Ο λαϊκισμός μιας συντηρητικής αφήγησης έχει αποπροσανατολίσει την Ευρώπη από τα πραγματικά διακυβεύματα όπως και έχει τραυματίσει την ευρωπαϊκή ιδέα στα μάτια και στη συνείδηση του Ευρωπαίου πολίτη.
Ναι, η αντίδραση της Ευρώπης, κατά τη διάρκεια της κρίσης, χαρακτηρίστηκε περισσότερο από φόβο και άγνοια, εσωστρέφεια και αμυντική στάση. Θα μπορούσε, όπως μου έλεγε, ο Paul Volcker, η Ευρώπη να λύσει το πρόβλημα άμεσα. Με μικρότερες συνέπειες για όλους.
Σε κάθε περίπτωση, αν κάτι σήμερα έχει σημασία, είναι να αντιμετωπίζουμε την αλήθεια χωρίς παρωπίδες.
Αυτή ήταν και εξακολουθεί να είναι η Ευρώπη με την οποία συνομιλούσαμε τότε.
Δεν υπήρχε άλλος πραγματικός συνομιλητής, παρά μόνον στη φαντασία κάποιων, όπως αποδείχτηκε εμπράκτως, όχι μόνον από τις επισκέψεις μου σε κάθε γωνία του πλανήτη τότε, αλλά και από τις εξελίξεις που ακολούθησαν.
Με αυτήν την Ευρώπη, έπρεπε να βρούμε λύσεις.
Όμως, μετά το μνημόνιο, ή μετά τα μνημόνια στην ΕΕ, είναι αναγκαίο να αλλάξει η αφήγηση για την Ηπειρό μας.
Η Ελλάδα στην Προεδρία της ΕΕ έχει μια ευκαιρία.
Είναι μεν συμβολική πια σήμερα.
Και πρέπει να κρατήσει στάση ουδέτερη, πόσο μάλλον ενόψει και των ευρωεκλογών.
Όμως, έχει κάθε δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση να θέσει τα ζητήματα.
Να ανοίξει ένας διάλογος.
Η ελληνική φωνή δικαιωματικά μπορεί αλλά και υποχρεωτικά πρέπει να ακουστεί δυνατά.
Για μια διαφορετική Ευρώπη.
Την Ευρώπη της Δημοκρατίας, της προόδου, του δικαίου, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της αντιμετώπισης των αδικιών και των ανισοτήτων.
Πιστεύω βαθιά ότι, η πολιτική δεν μπορεί να είναι φοβική, αλλά μια δύναμη φαντασίας για ένα καλύτερο αύριο.
Προσωπικά έχω καταθέσει πολλές σκέψεις – Δεν είναι ούτε αποκλειστικές ούτε μοναδικές.
Πρέπει να προχωρήσουμε – αργήσαμε βέβαια – στην τραπεζική Ένωση και στον φόρο επί των χρηματιστηριακών συναλλαγών, αλλά πρέπει να τολμήσουμε και πάρα πέρα.
Πρέπει να ενώσουμε τις δυνάμεις μας στην ΕΕ, εάν θέλουμε να προστατεύσουμε τις αξίες, την δημοκρατία, την ευημερία μας, τους πολίτες σε μια δύσκολη παγκοσμιοποιημένη οικονομία.
Έχω προτείνει τα Ευρωομόλογο. Και για το χρέος και για την ανάπτυξη. Κάποιοι τα φοβούνται λέγοντας ότι θα αναλάβουν συλλογικά ένα οικονομικό ρίσκο ενώ σήμερα το κουβαλάει ο καθένας μόνος του.
Διαφωνώ.
Έχουμε ήδη ενώσει τις μοίρες μας στην Ε.Ε.
Η εμπειρία της Ελλάδας, της Κύπρου, της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας και της Ισπανίας, αποδεικνύει πως καμία χώρα δεν είναι «άτρωτη» στη νομισματική μας ένωση.
Ας ενώσουμε επιτέλους και όλες τις δυνάμεις μας.
Το να μετατρέψουμε ένα εθνικό χρέος σε Ευρωομόλογα, όχι μόνο θα έβαζε τέλος στο Σισύφειο έργο της αποπληρωμής ενός τεράστιου χρέους, αλλά θα διευκόλυνε σημαντικά τις δομικές μεταρρυθμίσεις σε όλες τις χώρες.
Ευρωομόλογα, δημοσιονομική υπευθυνότητα και δομικές μεταρρυθμίσεις, είναι η βιώσιμη λύση.
Προσθέτω με την ευκαιρία, και κοινές αναπτυξιακές πολιτικές, που μαζί με άλλες προοδευτικές επιλογές, θα αντιμετωπίσουν τις ανισότητες μεταξύ Βορά και Νότου, αλλά και συνολικότερα στο εσωτερικό της ΕΕ.
Πρότεινα επίσης προ έτους, σε συνέδριο στο Βερολίνο ένα πρόγραμμα erasmus – εκπαίδευσης/κατάρτισης, για τους ανέργους.
Λόγω της βαθύτατης ύφεσης και της ανεργίας, κινδυνεύουμε να χάσουμε μια ολόκληρη γενιά.
Χρειάζεται, πέραν της οικονομίας, να εμβαθύνουμε στις κοινωνικές πολιτικές.
Ένα μίνιμουμ – εγγυημένο επίπεδο ζωής για όλους.
Έχω επίσης προτείνει τη θέσπιση ευρωπαϊκής ιθαγένειας σε μετανάστες από τρίτες χώρες μετά από ένα χρονικό διάστημα νόμιμης διαμονής τους σε ευρωπαϊκό έδαφος.
Με δικαιώματα.
Όπως της ψήφου στις ευρωεκλογές και στις δημοτικές εκλογές.
Συνολικά χρειάζεται – όπως αναφέρει ο φιλόσοφος Jurgen Habermas – να δημιουργηθεί ένας «ευρωπαϊκός δήμος», μια «αγορά» με τη σημασία που είχε στην αρχαιότητα, για να συζητηθούν οι μεγάλες τομές για μια μελλοντική Ευρώπη – μεταμνημονιακή.
Η ΕΕ απαιτείται να γίνει έργο πολιτών, όχι μόνο μιας ελίτ – πέραν της αναγκαίας οικονομικής εμβάθυνσης.
Ένα έργο συμμετοχικό.
Συμμετοχή – έννοια κλειδί για το μέλλον της Ευρώπης και κάθε κράτους – μέλους της.
Ήταν και ένας από τους κύριους λόγους που πρότεινα το δημοψήφισμα.
Μία πρόταση που όταν ανακοινώθηκε, αποτελούσε τη μοναδική απάντηση στη παντελή έλλειψη πολιτικής σωφροσύνης και στην κορύφωση της δημαγωγίας.
Για αυτό και ήταν πολύ χαρακτηριστικές οι αντιδράσεις.
Πολέμιοι της συμφωνίας των Βρυξελλών άρχισαν να επαινούν τις αρετές της.
Εχθροί του ευρώ άρχισαν να ανησυχούν ότι θα γυρίσουμε στη δραχμή.
Κήρυκες της επανάστασης κατά των αγορών, κραύγαζαν ότι αναστατώσαμε τις αγορές.
Μεγάλοι στα λόγια πατριώτες που κατηγορούσαν εμάς ως δήθεν προσκυνημένους, άρχισαν να ρωτάνε αν πήραμε πρώτα την άδεια της Μέρκελ.
Στις Κάννες, επανέλαβα την άποψή μου πως το δημοψήφισμα ήταν απαραίτητο για την λαϊκή υποστήριξη του σκληρού ελληνικού προγράμματος προσαρμογής.
Ο Σαρκοζί το έβλεπε διαφορετικά, “οι αγορές θα τρελαθούν”, είπε.
Του απάντησα: “η εμπιστοσύνη των αγορών δεν θα κρατήσει αν δεν κερδίσουμε την εμπιστοσύνη των πολιτών μας”.
Κυρίες και κύριοι, αυτή είναι η καρδιά του προβλήματος στην Ευρώπη σήμερα.
Ενός προβλήματος, απολύτως συνυφασμένου και με τα δικά μας ιδιαίτερα προβλήματα, για να αναφερθώ τώρα στην Ελλάδα, υπό τον τίτλο:
«Η άρνηση της πραγματικότητας»
Και το ερώτημα: Μετά το μνημόνιο, τι;
Χρησιμοποιώ αυτό το προκλητικό ερώτημα, γιατί έχουν χτιστεί πολιτικές, κόμματα αλλά και προσωπικές στρατηγικές πάνω στην αντίθεση μνημόνιο – αντιμνημόνιο.
Αλλά σε λίγο – ελπίζω – θα είμαστε χωρίς μνημόνιο. Και τότε, όλοι όσοι έχτισαν τις τύχες τους επάνω σε αυτή την αντίθεση, τι θα κάνουν;
Για να θυμηθούμε τον Καβάφη – τι θα κάνουμε χωρίς βαρβάρους;
Ήταν μια κάποια λύση!
Θα πρέπει να κοιταχτούμε κατάματα τώρα – όχι αύριο – και να πούμε μερικές αλήθειες.
Το μνημόνιο – όσο και αν πόνεσε, όσο και αν πονάει – ήταν η μοναδική λύση επιβίωσης, στο συγκεκριμένο περιβάλλον που είχαμε να αντιμετωπίσουμε.
Δεν ήταν αυτοσκοπός.
Οι περισσότεροι ρωτάνε «Γιατί το πήραμε;»
Ενώ θα έπρεπε να ρωτάνε «Γιατί το είχαμε ανάγκη;»
Όταν τελειώσει θα τελειώσουν και τα ψέμματα – και οι μύθοι.
Θα πρέπει να δούμε την πραγματικότητα κατάφατσα.
Είπα ήδη ότι, η ΕΕ έκανε μεγάλα σφάλματα.
Είναι πολύ εύκολο να ψάχνουμε και εμείς για αποδιοπομπαίους τράγους, αντί να αναζητήσουμε πραγματικά το τι έφταιξε που έφτασε η Ελλάδα στο χείλος του γκρεμού.
Και επειδή πράγματι η ΕΕ έχει σήμερα τις αδυναμίες της – τόσο περισσότερο χρειάζεται εμείς να μην εξαρτόμαστε από δάνειες δυνάμεις ή αποφάσεις τρίτων.
Μετά το μνημόνιο τι, λοιπόν;
Το βασικό: να σταματήσουμε να αρνούμαστε κάποιες απλές αλήθειες, επειδή κάποιοι έτσι βολεύονται.
Τι ενώνει όλα αυτά που ακούστηκαν και ακούγονται ενάντια όχι μόνο σε εμένα αλλά και στην κυβέρνησή μου για τις επιλογές μας τότε;
Η άρνηση της πραγματικότητας.
Η άρνηση ότι η χώρα μας, το 2009 είχε πρόβλημα.
Πρόβλημα, που δεν ξεπερνιόταν με 2-3 μέτρα – εγώ σας λέω ότι πήραμε και με το παραπάνω.
Πρόβλημα, που δεν ξεπερνιόταν ακόμα και αν μας χάριζαν κάποιοι δισεκατομμύρια – που δεν μας χάριζε και δεν χαρίζει σε κανέναν, κανείς.
Πρόβλημα, που δεν ξεπερνιόταν ακόμα και αν μπορούσαμε να διαγράψουμε όλο το χρέος – που δεν μπορούσαμε.
Ουδείς πρόσφερε επίσημα, ούτε και ανεπίσημα, κούρεμα του χρέους το 2010. Να τελειώνουν τα αστεία.
Εκτός κι αν το κάναμε μονομερώς. Να αθετούσαμε τις υποχρεώσεις μας για τα παλιά δάνεια.
Βεβαίως, αν θέλαμε να αυτοκτονήσουμε.
Γιατί μετά, ποιος θα μας δανειοδοτούσε για να συνεχίσει να λειτουργεί το κράτος;
Πρόβλημα, που δεν ξεπερνιόταν με το να συνεχίσουμε να λέμε ψέματα για τα ελλείμματά μας, ψέματα για την ανεργία μας, ψέματα για την ύφεσή μας, ψέματα για όλα τα στατιστικά μας στοιχεία.
Πρόβλημα, που θα γινόταν εθνική τραγωδία, αν δεν σταματούσαμε τότε να φοβόμαστε να δούμε κατάματα την αλήθεια.
Η χώρα, όπως λειτουργούσε το 2009, είχε τελειώσει.
Ήμασταν ήδη εξαρτημένοι!
Όχι το 2010, με το μνημόνιο.
Το 2009.
Το 2010 απλά είχε έρθει η ώρα του λογαριασμού.
Αυτό ήταν το πρόβλημα.
Γιατί αυτό είναι κομβικό;
Γιατί, σε όλα τα πράγματα, η λύση ενός προβλήματος ξεκινάει από τη συνειδητοποίηση ότι υπάρχει πρόβλημα.
Η κρίση που βιώνουμε, δεν είναι παρά το αποτέλεσμα αυτής της στρεβλής αντίληψης που κυριάρχησε και αποτέλεσε την «ιδεολογία του πελατειακού κράτους». Τελειώνοντας με το μνημόνιο, θα πρέπει να έχουμε νομοθετήσει, εφαρμόσει, συνεχίσει ή έστω ξεκινήσει τις μεγάλες αλλαγές που αναμορφώνουν το Ελληνικό κράτος.
Ένα κράτος, που επέτρεψε να σπαταλώνται τα χρήματα του Έλληνα πολίτη, ο πλούτος της χώρας, στη σκοτεινή διαδρομή που το συνέδεε με τα πάσης φύσεως μεγάλα και μικρά συμφέροντα.
Η κρίση αφορά στην δυσλειτουργία του κράτους.
Που αντί να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, κατέστη αιχμάλωτο των πελατειακών ορέξεων.
Για να χρησιμοποιήσω μία φράση που άκουσα πρόσφατα – Μνημονιακοί είναι αυτοί που με τις πράξεις τους μέχρι το 2009 ανάγκασαν αυτή τη χώρα να χρειάζεται Μνημόνιο για να σταθεί στα πόδια της.
Δεν στεναχωριέμαι για αυτά που ακούω εναντίον μου.
Παρότι λίγοι πολιτικοί θα έχουν ακούσει τόσα.
Γιατί συγκρούστηκα με τις ρίζες του προβλήματος στη χώρα, ίσως γι’ αυτό τα ακούω.
Θλίβομαι όμως, γιατί πίσω από τις απλουστεύσεις, τις ύβρεις και όλες τις θεωρίες συνωμοσίας και τους μύθους, κρύβεται η άρνηση συνειδητοποίησης της πραγματικότητας.
Ακόμη χειρότερα, η προσπάθεια συγκάλυψης πραγματικών προβλημάτων και κατεστημένων καταστάσεων στη χώρα μας.
Για αυτό δεν θα σταματήσω να συγκρούομαι με αυτά.
Συγκρούστηκα με νοοτροπίες, με συμφέροντα, κατεστημένα.
Είμαι όμως περήφανος γιατί έδωσα μια σκληρή μάχη.
Ούτε και στεναχωριέμαι που έχασα μια μάχη.
Ο αγώνας για τη Δημοκρατία, δεν έχει ποτέ τελευταία μάχη, είναι διαρκής, είναι στάση ζωής.
Αυτό ίσως δεν μπορούν να κατανοήσουν όσοι αναρωτιούνται αν έφυγα ή αν θα επανέλθω.
Είμαι πάντα εδώ.
Αλλά το διακύβευμα δεν αφορά εμένα.
Αφορά το μέλλον της χώρας.
Και για αυτό το μέλλον, χρειάζονται βαθιές τομές.
Γιατί, σας το λέω ξεκάθαρα: Αν θεωρούμε ότι, δεν υπήρχαν βαθύτατα προβλήματα στην οικονομία και το κράτος, μέχρι το 2009, τότε η απάντηση στο ερώτημα «Μετά το Μνημόνιο, τι;», είναι απλή:
Ξανά Μνημόνιο.
Γιατί; Γιατί θα έχουμε αρνηθεί, τώρα που βρεθήκαμε στην άκρη του γκρεμού και γλυτώσαμε μία εθνική τραγωδία την τελευταία στιγμή, θα έχουμε αρνηθεί να κάνουμε την κρίση ευκαιρία και να αντιμετωπίσουμε την πραγματική ρίζα του κακού που μας έφερε ως εδώ.
Άρα πρώτο μέλημά μας – συλλογικά – να μην αρνηθούμε αλλά να κατανοήσουμε το πραγματικό πρόβλημα.
Δεύτερον, απαιτείται να νιώθουμε περήφανοι ως Έλληνες. Και πρέπει να είμαστε περήφανοι – ειδικά ο Ελληνικός λαός, ο πολίτης, για αυτά που καταφέραμε.
Παρά τις δυσκολίες, τα λάθη της ΕΕ, ο Ελληνικός λαός με τεράστιες θυσίες, κατάφερε να μειώσει το έλλειμμα σε χρόνο ρεκόρ για τα διεθνή δεδομένα.
Παρά τις δυσκολίες, ο ΟΟΣΑ έχει αναδείξει τη χώρα μας μετά το 2009 πρώτη σε μεταρρυθμίσεις ανάμεσα στα μέλη της.
Και πρέπει και ο κόπος μας και τα επιτεύγματά μας, να αποτελέσουν βάση για την ενότητα του λαού μας, για να συνεχίσουμε αλλαγές, ριζικές στη χώρα μας.
Όπως και βάση διαπραγματεύσεων για την ελάφρυνση του χρέους.
Αλλά έχουμε μπροστά μας πολύ δουλειά.
Απαιτείται να ξαναδημιουργηθεί μια ριζοσπαστική, μεταρρυθμιστική δομή.
Η κυβέρνηση μου, παρά το γεγονός ότι είχε να αντιμετωπίσει μια πρωτόγνωρη κρίση, δεν δίστασε να αγγίξει τα πραγματικά προβλήματα και τις αιτίες που τα προκαλούσαν, σε όλα σχεδόν τα μέτωπα της δημόσιας ζωής.
Και αυτό, αρχικά, με ευρεία συμμετοχή πολιτών.
Παντού, κάναμε μια αρχή προς την σωστή κατεύθυνση.
Με λάθη και παραλήψεις, ναι.
Αλλά την κάναμε. Παρά το ότι, λιτότητα και αλλαγές δεν είναι εύκολο να πάνε μαζί. (Schroeder)
Αρχή που αν είχε γίνει λίγα χρόνια πριν το 2009, δεν θα είχαμε ποτέ ανάγκη από Μνημόνια.
Είναι αλήθεια ότι δεν μπορέσαμε να αλλάξουμε την Ελλάδα όσο είχαμε δεσμευτεί.
Δεν προκάναμε.
Και αυτό το φέρω βαρέως μέσα μου.
Αλλά κάπου εκεί, έστω η προσπάθεια πραγματικής αλλαγής που έγινε στη διετία μας, σταμάτησε.
Γιατί;
Αυτό θέλουμε μετά το μνημόνιο;
Πάλι παρόν το πελατειακό σύστημα, έστω με λίγο διαφορετικές διευθετήσεις;
Πάλι παρόντα τα κατεστημένα;
Πάλι άνομες σχέσεις μεταξύ οικονομίας και πολιτικής, πάλι σχέσεις εξάρτησης μεταξύ πολιτικής και επιχειρηματικών, τραπεζικών και μιντιακών συμφερόντων;
Πάλι παρόν ένα κράτος – δυνάστης;
Μια διοίκηση για εξυπηρετήσεις;
Μια αυτοδιοίκηση για διευθετήσεις;
Γιατί όχι μάχη καθημερινή, διαρκή, για μια ευνομούμενη πολιτεία;
Γιατί σταματήσαμε;
Αν δεν αλλάξουμε το πολιτικό σύστημα, πως θα κόψουμε τον ομφάλιο λώρο με το πελατειακό κράτος;
Αν δεν ολοκληρώσουμε την αλλαγή στο κράτος, αν δεν αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η διοίκηση, πρόκειται να αλλάξει τίποτα σε αυτήν την χώρα;
Αν δεν ενισχύσουμε δραστικά την τοπική αυτοδιοίκηση και τον «Καλλικράτη», ώστε να οικοδομήσουμε πολιτικές ουσιαστικής στήριξης και αλληλεγγύης προς τους πολίτες, ώστε να αφήσουμε πίσω μας τις επιδοματικές πολιτικές για να προχωρήσουμε στη δημιουργία κοινωνικών δομών για όλους;
Αν δεν επιβάλουμε τη διαφάνεια σε όλες, ανεξαιρέτως, τις συναλλαγές με το κράτος, πώς θα πάψουν να ωφελούνται οι λίγοι;
Γιατί σταματήσαμε να ακούμε για όλα αυτά κάπου το 2012;
Τι κοστίζει η αλλαγή;
Πόσο κοστίζει να αλλάξουμε δομές στην εκπαίδευση, ώστε να αξιοποιήσουμε και να επενδύσουμε στους ανθρώπους, την έρευνα, την τεχνολογία, τη γνώση, τον άνθρωπο και σε ένα υψηλό επίπεδο δημόσιας εκπαίδευσης;
Πόσο κοστίζει να αξιοποιήσουμε σωστότερα τα κοινοτικά κονδύλια στον αγροτικό τομέα, ώστε να εγγυηθούμε ελληνικά προϊόντα ποιότητας, αξίας, την κρητική ή μεσογειακή δίαιτα που αποτελεί brand ανά τον κόσμο, προϊόντα ανταγωνιστικά, με νέους αγρότες επιχειρηματίες, αντί να πουλάμε χύμα το λάδι μας στους ιταλούς.
Κοστίζει τίποτα η προκήρυξη των συχνοτήτων εκπομπής ραδιοτηλεοπτικού σήματος;
Πώς θα νιώσει ο εργαζόμενος δημιουργικός, αν το κράτος δεν μπορεί να διασφαλίσει ένα σύστημα Πρόνοιας, όχι πελατειακό, αλλά που να εγγυάται ένα ελάχιστο επίπεδο ζωής, σιγουριά και ασφάλεια, αν δεν μπορεί να διασφαλίσει τα δικαιώματά του;
Πως θα εμπεδωθεί σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες, αν δεν επικρατήσει ευνομία και κράτος δικαίου; Πόσο κοστίζει;
Πόσο κοστίζει να προχωρήσει η Ελλάδα στην αξιοποίηση των φυσικών της πόρων, της ηλιακής, της αιολικής, της πράσινης ενέργειας – όπως κάναμε με την γεωθερμική ενέργεια στη Θράκη;
Κόστισε τίποτα η υποχρεωτική δημοσίευση όλων των αποφάσεων της διοίκησης στο διαδίκτυο; Να ξέρει ο πολίτης πώς και που ξοδεύονται τα χρήματά του, τι αποφάσεις παίρνουν εκείνοι που τον υπηρετούν.
Κόστισε τίποτα η μηχανογράφηση όλων των υπηρεσιών του δημοσίου και της τοπικής αυτοδιοίκησης;
Κόστισε τίποτα η ηλεκτρονική συνταγογράφηση;
Κοστίζει και πόσο η ηλεκτρονική διακυβέρνηση;
Πόσο κοστίζει ένα φορολογικό σύστημα που θα λειτουργεί, αποδοτικά, δίκαια, με διαφάνεια, καλλιεργώντας όχι τον φόβο αλλά την εμπιστοσύνη στον έλληνα πολίτη;
Κοστίζει τίποτα ένας νέος εκλογικός νόμος, που θα επιφέρει ένα γερό χτύπημα στο μαύρο πολιτικό χρήμα;
Πόσο κοστίζει να αναδιοργανώσουμε την Δικαιοσύνη ώστε να λειτουργεί γρήγορα, ανεπηρέαστα, με διαφάνεια;
Κοστίζουν τίποτα όλα αυτά;
Πόσο κοστίζει να αναδιοργανώσουμε την κρατική γραφειοκρατία, να χτυπήσουμε την πολυνομία, τις αλληλοεπικάλυψεις αρμοδιοτήτων, που εμποδίζουν τις επενδύσεις και ταλαιπωρούν τον πολίτη.
Το κόστος, είναι κόστος πολιτικό
Γιατί δεν τα συζητάμε όλα αυτά;
Γιατί δεν δίνουμε μάχες μαζί για όλα αυτά;
Γιατί δεν διορθώνουμε τα λάθη και δεν πιάνουμε το νήμα να συνεχίσουμε την προσπάθεια σε όλα αυτά, νήμα που χάθηκε κάπου στις εκλογές του 2012 – αν όχι στα τέλη του 2011, ως αποτέλεσμα της θεωρίας περί κυβέρνησης «ειδικού σκοπού»;
Όχι μόνον δεν κοστίζουν όλα αυτά, αλλά αντιθέτως, με την πλήρη εφαρμογή τους θα δώσουν ολοκληρωμένα θετικά αποτελέσματα και στο οικονομικό πεδίο και στο πεδίο της εμπιστοσύνης με τους πολίτες.
Κεντρικός πυρήνας μιας διαφορετικής Ελλάδας, μετα-μνημονιακής, είναι η αλλαγή στο κράτος.
Και αυτή η αλλαγή απαιτεί άλλες αντιλήψεις.
Γιατί η κρίση αφορά και αντιλήψεις, νοοτροπίες και τις συμπεριφορές ενός μοντέλου οικοδομημένου να ικανοποιεί όχι όσους πρέπει, αλλά όλους εκείνους που θα έπρεπε να υπηρετούν τον πολίτη.
Η αλλαγή απαιτεί μία άλλη πολιτική συμπεριφορά.
Αν κάτι με έθλιψε καθώς διαχειριζόμουν την κρίση ήταν το γεγονός ότι ήμασταν μόνοι.
Μόνοι στην ΕΕ, αλλά ακόμα χειρότερο, μόνος εγώ, μόνη η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, που σήκωσε το πολιτικό βάρος της κρίσης.
Καμία βοήθεια από αυτούς που είχαν και τις ευθύνες για την δημιουργία του ελλειμματος, καμία βοήθεια από αυτούς που ευελπιστούσαν να πάρουν μια μέρα την εξουσία.
Απόντες από τη μάχη για τη σωτηρία της χώρας, σήμερα οι μεν κάνουν ότι δεν θυμούνται τι έλεγαν τότε και οι δε, διαγωνίζονται μεταξύ τους στο ποιος θα κάνει την καλύτερη προσαρμογή μεταξύ των εύκολων λόγων του χθες και της σκληρής πραγματικότητας που τους περιμένει στη γωνία.
Και αυτό με έθλιψε, γιατί με αυτή τους τη στάση και πλήρωσε περισσότερα ο Ελληνικός λαός και καθυστερήσαμε τις μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές που θα μπορούσαν ήδη να έχουν γίνει.
Και δεν καταφέραμε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας μπροστά σε μία εθνική προσπάθεια.
Ακόμα περισσότερο με έθλιψε, διότι οι αλλαγές αυτές, που αφορούν θεσμούς, νοοτροπίες, αντιλήψεις, θέλουν χρόνο.
Θέλουν συνέπεια, θέλουν συνέχεια.
Δεν θα ολοκληρωθούν από ένα υπουργό, ούτε από μια κυβέρνηση.
Και δεν περίμενα ποτέ ότι θα συμφωνούσαμε σε όλα.
Ζητούσα να συνεργαστούμε. Ναι, να κάνουμε μεταξύ μας συμβιβασμούς και να βρούμε λύσεις. Όχι όμως να συμβιβαστούμε με τα προβλήματα της χώρας. Σήμερα, με την πόλωση, γίνεται το αντίθετο. Η αντιπαράθεση μεταξύ μας, αφήνει άθικτα τα προβλήματα.
Με έθλιψε ακόμη, ότι μπορέσαμε να περάσουμε με την μεγαλύτερη δυνατή πλειοψηφία και συναίνεση στην Βουλή έναν νόμο για την παιδεία – και μόλις άλλαξε Υπουργός και Κυβέρνηση, το πρώτο νομοσχέδιο, όχι το δεύτερο, το πρώτο νομοσχέδιο που ήρθε στη Βουλή ήταν για να τον αλλάξει, για να ικανοποιήσει τις πελατειακές πιέσεις κάποιων ισχυρών πανεπιστημιακών.
Συνεργασία – συναίνεση
Κυρίες και κύριοι,
Οι πολιτικές δυνάμεις δεν είναι εφικτό, ούτε καν θεμιτό να συμφωνούν σε όλα.
Μπορούμε όμως να συμφωνήσουμε στα αυτονόητα.
Μπορεί τα κόμματα να διαφωνούμε στο ποιοι πρέπει να πληρώνουν φόρους και πόσο, αλλά μπορούμε κάλλιστα να συμφωνήσουμε για το πώς θα παταχθεί η φορολογική ανομία.
Μπορεί τα κόμματα να διαφωνούμε στο ρόλο που πρέπει να έχει το δημόσιο στην οικονομία, αλλά μπορούμε κάλλιστα να συμφωνήσουμε στο ότι πρέπει να λειτουργεί ηλεκτρονικά, με διαφάνεια και διαύγεια.
Μπορεί τα κόμματα να διαφωνούμε για το πώς πρέπει να λειτουργεί η δημόσια υγεία. Σίγουρα όμως μπορούμε να συμφωνήσουμε στην ανάγκη πλήρους σεβασμού του κάθε ευρώ που δαπανάται εκεί.
Συμφωνημένο πλαίσιο πάταξης φοροδιαφυγής.
Ολοκλήρωση ηλεκτρονικής διακυβέρνησης.
Ολοκλήρωση ηλεκτρονικής συνταγογράφησης.
Πόσο δύσκολο είναι έστω αυτά τα τρία να συμφωνηθούν με ευρύτατη διακομματική συναίνεση και να ολοκληρωθούν μέχρι το τέλος του έτους;
Δεν χρειάζεται να μας το επιβάλλει κανείς.
Ξέρουμε ότι είναι ανάγκη να γίνουν αυτά.
Ας δεσμευτούμε εμείς οι ίδιοι.
Πέρα από Μνημόνια.
Σας έδωσα τρία παραδείγματα.
Επαναλαμβάνω: Δεν χρειάζεται και ούτε συμφωνούμε σε όλα.
Στα αυτονόητα όμως που όλοι συμφωνούμε, όποια κι αν είναι αυτά, ας προχωρήσουμε μπροστά.
Η χώρα θα αναπνεύσει και ο δρόμος για την οριστική αλλαγή της θα ανοίξει διάπλατα.
Και μαζί, θα αρχίσουν να οικοδομούνται οι προϋποθέσεις για να εγκαταλείψουμε οριστικά τα σκληρά δημοσιονομικά μέτρα που πλήττουν αδιακρίτως τους πολίτες.
Ας προχωρήσουμε μόνοι μας στις αλλαγές, πέρα από τα μνημόνια.
Πιστεύω, όμως, ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε σε πολλά περισσότερα.
Όμως, θεωρώ ότι η αλλαγή στο κράτος πρέπει να έρθει από τον λαό.
Και εξηγούμαι:
Πρώτα, το ελληνικό κράτος από τη γέννηση του, ήταν ξένο σώμα για τον έλληνα.
Οι Βαυαροί επέβαλαν ένα νομοθετικό πλαίσιο.
Εμείς οι έλληνες είδαμε το κράτος και σαν δυνάστη αλλά και σαν πηγή πελατειακών διευθετήσεων.
Τα κόμματα, έβλεπαν την εξουσία ως ευκαιρία λαφυραγώγησης. Ένα πλιάτσικο μετά τις εκλογές.
Το μοίρασμα της εξουσίας.
Το δε κράτος έβλεπε τον πολίτη με καχυποψία.
Θα πάω ακόμη παραπέρα. Για να αλλάξουμε την χώρα πρέπει η κρίση αυτή να γίνει ευκαιρία.
Προτείνω να βρούμε έναν κοινό αξιακό τόπο.
Μπορεί να μας χωρίζουν πολλά, αλλά θα πρέπει να μας ενώσει ένας κοινός αξιακός τόπος.
Ένα πλαίσιο βασικών αρχών, πρακτικών και αντιλήψεων που θα σεβαστούμε όλοι.
Όλα τα κόμματα.
Αρχές βασισμένες στην διαφάνεια, τη λογοδοσία, τη συμμετοχή, την προστασία του περιβάλλοντος και του πολιτισμού, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη βιωσιμότητα της οικονομίας μας.
Αν είναι να αλλάξουμε το κράτος, απαιτείται να αισθανθεί ο έλληνας ότι είναι δικό του το κράτος.
Κανενός άλλου.
Θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να το θεσπίσει, αλλά και την υποχρεώση να το υπερασπιστεί.
Πιστεύω ότι αυτό μπορεί να γίνει όχι απλά με αλλαγές στο Σύνταγμα, αλλά με μια διαδικασία που θα καταλήγει σε σειρά δημοψηφισμάτων.
Να συζητηθούν όλα τα μεγάλα θέματα, από την παιδεία μέχρι το πολιτικό σύστημα, από την αυτοδιοίκηση μέχρι την δικαιοσύνη, διεξοδικά όλες οι εναλλακτικές προτάσεις.
Αν δεν θέλουμε λοιπόν, και κανένας δεν θέλει, η απάντηση στο «Μετά το Μνημόνιο, τι;» να είναι, αργά ή γρήγορα, και πάλι ένα νέο Μνημόνιο, τότε ας προχωρήσουμε με δική μας πρωτοβουλία, με όσο το δυνατόν ευρύτερη διακομματική συναίνεση σε ένα Εθνικό Συμβόλαιο που θα κινήσει τις παραπάνω διαδικασίες
Με χρονοδιαγράμματα και συγκεκριμένα μετρήσιμα αποτελέσματα.
Αρκετά με τη διχόνοια.
Αρκετά διαιρεθήκαμε.
Σήμερα, που ζούμε ακόμη μία κορύφωση διακομματικής υστερίας, όλοι εναντίον όλων, σήμερα προτείνω να καθίσουμε στο τραπέζι για ένα Εθνικό Συμβόλαιο.
Δύσκολο; Δύσκολο.
Μπορούμε; Ναι αν αγαπάμε αυτόν τον τόπο.
Αν δεν θέλουμε οι θυσίες που έγιναν να πάνε χαμένες.
«Μπορούμε»
Κάποια στιγμή, μιλώντας με τον Dean (τον Πρόεδρο) του Kennedy School, τον David Ellwood, τον ρώτησα τι θεωρεί μοναδικό στο ίδρυμα που υπηρετεί.
Μου απάντησε ότι, στο Χάρβαρντ – αλλά και σε όλο το πανεπιστημιακό σύστημα της Αμερικής – υπάρχει μια αντίληψη που θεωρεί ότι είναι απαραίτητο να διαφυλαχθεί.
Είναι η αισιοδοξία ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο προς το καλύτερο.
Είναι η πίστη στις δυνάμεις του ανθρώπου.
Στις δυνατότητες του.
Στο «ναι μπορούμε».
Και από αυτό το «ναι μπορούμε», απορρέει φυσιολογικά η συνεχής αναζήτηση, η ελευθερία σκέψης και έκφρασης, η διαρκής έρευνα, όπως και μάθηση.
Η έννοια της αποτυχίας δεν υπάρχει – είναι και η αποτυχία μια εμπειρία, ένα βήμα μάθησης για να γίνουμε ακόμα καλύτεροι.
Μάλιστα – όσοι είσαστε επιχειρηματίες – ξέρετε καλά ότι δεν θεωρείται «ώριμος» ένας επιχειρηματίας στην Αμερική εάν δεν έχει αποτύχει μια – δυό φορές στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες.
H αντίληψη ότι τίποτα δεν είναι ανυπέρβλητο, από την εξεύρεση θεραπείας για τον καρκίνο μέχρι την εξάλειψη της φτώχειας, την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, ή την δημιουργία μιας κοινωνίας πιο δίκαιης και ευτυχισμένης, αποτελεί κινητήρια δύναμη στα Πανεπιστήμια αυτά.
Οι αρχαίοι και η πολιτική
Ίσως να μας φαίνεται ξένη αυτή η αντίληψη.
Ειδικά αυτή την εποχή.
Όμως, ως έλληνες που είμαστε δεν θα έπρεπε.
Στον χρόνο που μου δόθηκε μετά την πρωθυπουργία μου, θέλησα να ψάξω παραδόσεις.
Απευθύνθηκα στους αρχαίους Ελληνες.
Όχι ως φυγή – ούτε για απομόνωση.
Αλλά σαν μια άσκηση αναζήτησης.
Εντυπωσιάστηκα όταν ένας Καθηγητής του Yale, ο Donald Kagan, μου μίλησε για την ανακάλυψη των αρχαίων προγόνων μας: την ανακάλυψη της έννοιας της πολιτικής.
Οι Έλληνες, μου είπε, κάποια στιγμή ήρθαν σε ρήξη με την μοιρολατρεία.
Έννοια κυρίαρχη στις κοινωνίες της εποχής εκείνης, από τους Φαραώ της Αιγύπτου μέχρι τους βασιλείς της Περσίας.
Την υποταγή στην απολυτότητα των τυράννων, στον εντυπωσιασμό των μάγων ή στην εξουσία των ιερατείων και των δογμάτων τους.
Οι Έλληνες νίκησαν τον φόβο.
Και κατανόησαν ότι μπορούν να φανταστούν – ακόμα περισσότερο – να κάνουν πραγματικότητα μια διαφορετική κοινωνία.
Έτσι γεννήθηκε η έννοια του πολίτη και της πολιτικής.
Ως δύναμη της φαντασίας και της δημιουργίας.
Κάτι το οποίο μας υπενθυμίζει και ένας σύγχρονος Έλληνας φιλόσοφος:
Ο Κορνήλιος Καστοριάδης.
Για την δημοκρατική θέσμιση της κοινωνίας.
Μια καταπληκτική φιλέλληνας, η Edith Hamilton, εξηγεί με αγάπη και θαυμασμό ότι για τον λόγο αυτό, δηλαδή, την πίστη στις δυνατότητες του ανθρώπου, αναπτύχθηκαν η φιλοσοφία, η επιστήμη, ο διάλογος, η άσκηση του σώματος και του πνεύματος, τα παίγνια, οι αγώνες, το θέατρο και η τέχνη.
Αυτονόητο δεν είναι;
Αν εμείς έχουμε την τύχη μας στα χέρια μας, τότε όσο καλύτεροι γινόμαστε τόσο οι δυνατότητές μας να θεσπίσουμε, να αλλάξουμε, να καλυτερεύσουμε την κοινωνία μας μεγαλώνουν.
Αυτή η πίστη είναι που κυριαρχεί στα ινστιτούτα όπου εσείς σπουδάσατε.
Αλλά αυτή είναι η δική μας ελληνική παράδοση που ενέπνευσε την Αναγέννηση και τελικά, μια ολόκληρη πνευματική κοινότητα ακόμα και σήμερα.
Θα μου πείτε, και τι έγινε;
Τι σχέση έχουν όλα αυτά με την Ελλάδα του σήμερα;
Αν σήμερα ρωτήσουμε έναν πολίτη -και όχι μόνο στην Ελλάδα- για την «πολιτική», η απάντησή του δεν θα έχει καμία σχέση με την αρχαιοελληνική έννοια όπως σας την περιέγραψα.
Η συνηθισμένη αντίδραση, είναι το λιγότερο η βαθιά απογοήτευση με την πολιτική.
Και επίσης, στη σημερινή Ελλάδα κυριαρχεί η μοιραλατρεία.
Και μάλιστα με τρεις εκδοχές.
Η πρώτη εκδοχή είναι αυτή που λέει: «ωχ ρε αδελφέ, εμείς οι Έλληνες ποτέ δεν θα αλλάξουμε, αυτή η χώρα έτσι πάντα θα’ναι».
Απολύτως συμπληρωματική αυτής της μοιρολατρικής άποψης, είναι αυτή που ευκολόπιστα ελπίζει σε σωτήρες: πολιτικούς, χώρες, δόγματα, θρησκείες.
Η τρίτη εκδοχή είναι αυτή που λέει: «για όλα φταίει ο άλλος, ο ξένος, ο διπλανός, ο πολιτικός, μια άλλη χώρα, η τρόϊκα». Άρα, η λύση είναι απλή: «αν φύγει ο «κακός άλλος» και μείνουμε εμείς οι σωστοί, γνήσιοι, καθαροί έλληνες, όλα θα’ναι καλά».
Και οι τρεις εκδοχές εντείνουν την εξάρτηση της Ελλάδας, γιατί ακινητοποιούν τις δημιουργικές δυνάμεις στην κοινωνία μας, γιατί περιμένουν να σωθούμε από δάνειες δυνάμεις, και διαιρούν – πολώνουν τους πολίτες σε μια εποχή που χρειάζεται μια συλλογική απάντηση.
Και οι τρεις αυτές αντιλήψεις αποτέλεσαν και αποτελούν εμπόδιο για το ξεπέρασμα της κρίσης αλλά και για την μετα-μνημονιακή Ελλάδα.
Πατριωτισμός και παράδοση
Υπάρχει μια διαφορετική εκδοχή.
Ένας νέος πατριωτισμός.
Ένας πατριωτισμός που δεν φοβάται να μιλήσει για τις δικές μας αδυναμίες, που σπάει την μοιρολατρεία και πιστεύει στις δυνατότητές μας.
Ένας πατριωτισμός που ψύχραιμα αξιολογεί και τα συν αλλά και τα πλην άλλων εθνών.
Δεν ψάχνει για έξωθεν σωτήρες ούτε για αποδιοπομπαίους τράγους αλλά αξιοποιεί ό,τι καλύτερο έχουμε εμείς και τις όποιες καλές πρακτικές έχουν οι εταίροι μας ή άλλοι λαοί.
Πατριωτισμός που δεν καπηλεύεται τα σύμβολά μας, αλλά υπηρετεί τις αξίες μας.
Πατριωτισμός που δεν χρησιμοποιεί προς ίδιον όφελος κάθε τι το ελληνικό, αλλά προσφέρει και δημιουργεί, εργάζεται για μια διαφορετική Ελλάδα.
Αυτό πιστεύω χρειαζόμαστε για την Ελλάδα.
Και σε αυτή την κατεύθυνση καλώ και εσάς να συνεισφέρετε.
Η αλλαγή, η πρόοδος δεν είναι ποτέ υπόθεση ενός.
Είναι καθήκον όλων.
Σας ευχαριστώ.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 16, 2014

Η "ΠΡΟΔΟΣΙΑ" ΠΟΥ ΠΟΛΛΟΙ ΞΕΧΑΣΑΝ...

...και στην οποία πολλοί περισσότεροι και πολύ γρήγορα προσχώρησαν.


Πόσα  χρόνια πέρασαν άραγε από τότε που χιλιάδες συμπολίτες μας μαζεύονταν στην πλατεία Συντάγματος και μούντζωναν τη Βουλή; Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε που ενωμένα τα «κινήματα» των κάθε  είδους «δεν πληρώνω» σχημάτων, από τότε που ο ΣΥΡΙΖΑ , η Νέα Δημοκρατία, η Χρυσή Αυγή, αναμειγνύοντας κόκκινες και γαλάζιες σημαίες, ζητούσαν από κοινού  «να καεί να καεί,  το μπουρδέλο η Βουλή», να εκτελεστεί στο Γουδί ο «προδότης» Παπανδρέου; Ποιος  θυμάται τα λέιζερ, τους προπηλακισμούς, τις βρισιές;

Γιατί άραγε κανείς σήμερα δεν αναφέρεται σε αυτό το «μεγαλειώδες»,  όπως το αποκαλούσαν τότε, κίνημα «ανατροπής» και  «λύτρωσης»; Πού είναι και τι κάνουν σήμερα οι πολιτικές δυνάμεις που πρωταγωνίστησαν εκείνη την περίοδο στην πλατεία Συντάγματος;

Η Νέα Δημοκρατία ως κυβέρνηση σήμερα εφαρμόζει με τρισχειρότερους όρους τα δημοσιονομικά προαπαιτούμενα των μνημονίων με συμπλήρωμα το ξήλωμα με ταχείς ρυθμούς όποιας προοδευτικής μεταρρύθμισης είχε ψηφιστεί μέχρι τον Νοέμβριο του 2011.
Η Χρυσή Αυγή νομιμοποιημένη από τις ΚΟΙΝΕΣ εκδηλώσεις «αντίστασης» με Νέα Δημοκρατία και ΣΥΡΙΖΑ αύξησε τα ποσοστά της και ξεδιπλώνει με χαρακτηριστική άνεση την πολιτική του μίσους και της ισοπέδωσης των δημοκρατικών θεσμών.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ετοιμάζεται να κυβερνήσει, να προσχωρήσει δηλαδή στην «προδοσία» αφού η εθνική υπερηφάνεια που προσδιοριζόταν από γενναίες μονομερείς πράξεις όπως «θα σκίσουμε το μνημόνιο την επόμενη των εκλογών», «δεν αναγνωρίζουμε το τοκογλυφικό χρέος», «Θα ακυρώσουμε με ΕΝΑΝ νόμο όλους τους νόμους των μνημονιακών κυβερνήσεων», μπήκε βαθιά στα υπόγεια της Κουμουνδούρου.

Και φτάσαμε πια σήμερα στην έσχατη γραμμή παραλογισμού, υποκρισίας και πολιτικής εξαπάτησης με την ανάδειξη ως κύριας οριοθέτησης της πολιτικής αντιπαράθεσης το ΚΑΛΠΙΚΟ δίπολο «μνημονιακοί -  αντιμνημονιακοί».
Κι αυτό γιατί παριστάνουν όλοι μαζί ότι δεν ξέρουν τι λένε στα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις, ότι δεν καταλαβαίνουν ότι το 80% όσων επαγγέλλονται δεν είναι τίποτα άλλο  παρά η συνέχιση με εκλογικευμένο στην καλύτερη περίπτωση τρόπο των δημοσιονομικών προαπαιτούμενων των μνημονίων.
Ξεχνώντας μάλιστα με επιμονή το δεύτερο προαπαιτούμενο για την έξοδο της χώρας από την κρίση, αυτό των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων, της διαφάνειας, της θεσμοθετημένης λογοδοσίας σε όλα τα επίπεδα και καθημερινά των πράξεων της όποιας διοίκησης.
Ακούστε τους πόσο ασαφώς και πόσο γενικόλογα μιλάνε για την αναγκαία, όπως έλεγαν κάποτε,  σύγκρουση με τα συμφέροντα, τα γνωστά σε όλους συμφέροντα, με το τραπεζικό και εργολαβικό και μηντιαρχικό κατεστημένο.

Σημειώστε και αναρωτηθείτε γιατί σήμερα ΚΑΝΕΙΣ από τους επιφανείς συμμετέχοντες και διοργανωτές του κινήματος της πλατείας και των προπηλακισμών  δεν αναφέρεται σε όσα διεκδικούσαν τότε, δεν μιλάει για  τα γεγονότα που σημάδεψαν τις πολιτικές εξελίξεις.
Δώστε όποια απάντηση θέλετε.

Σε εμένα πάντως έδωσε μια απάντηση με σημασία ο Πρόεδρος του Μεγάρου Μουσικής κ. Μάνος στην πρωινή εκπομπή του  MEGA. Εξήγησε με λεπτομέρειες το σχέδιο χαρίσματος των  220.000.000 ευρώ στο Μέγαρο. Και μας εξήγησε με καθαρό τρόπο, ποιο καθαρό δεν γίνεται, πως πήρε την συγκατάθεση των ηγεσιών των πολιτικών δυνάμεων. Κάνοντας μάλιστα ειδική θετική  μνεία στην επαφή του με τον «αξιότιμο αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης» όπως τον αποκάλεσε.

Καταλάβατε; Καταλάβαμε, θα πείτε κάποιοι.
ΔΕΝ θέλουμε να καταλάβουμε θα πείτε κάποιοι άλλοι και σας καταλαβαίνω απολύτως…


Τετάρτη, Φεβρουαρίου 12, 2014

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΑΙΖΕΙ...


Είναι αυτή η λογική που όλοι την καταδικάζουν αλλά πολλοί και πολλές την έχουμε κάνει τρόπο ζωής. Λογική σάπια, παλαιοκομματική και εν πολλοίς υπεύθυνη για την σημερινή κατάσταση στη χώρα.
Ο παλαιοκομματισμός δεν είναι φαινόμενο που έχει να κάνει με ηλικίες, είναι νοοτροπία και στάση ζωής με στόχο την ανέλιξη και την καριέρα. Δεν έχει να κάνει με την συμμετοχή στα κοινά ως τρόπο συνεισφοράς στο κοινωνικό σύνολο, έχει να κάνει με την αξιοποίηση κάθε μέσου θεμιτού και αθέμιτου για την απόκτηση κάθε είδους εξουσίας, κομματικής, πολιτικής, αυτοδιοικητικής και τελικά οικονομικής. Και βεβαίως είναι φαινόμενο διαπαραταξιακό.

Ο Αντώνης Καρράς μιλούσε  συχνά και πολύ  σοφά για κάποιους «ιδιαίτερα γερασμένους» νεολαίους σε σχέση με την πολιτική τους συμπεριφορά. Και ασφαλώς ισχύει και το θετικό αντίστροφο για κάποιους «ιδιαίτερα νέους» στην σκέψη και την πρακτική τους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας.
Η πρακτική να μαζευόμαστε οι «κολλητοί» και οι «μυημένοι» και να σχεδιάζουμε εν κρυπτώ κινήσεις πολιτικές, με ωραία και αγαπησιάρικα λόγια,  για το μέλλον υποτίθεται της πατρίδας αλλά στην πραγματικότητα για τις προσωπικές μας επιδιώξεις, είναι πρακτική τόσο παλιά και καταδικασμένη που προκαλεί αηδία. Τουλάχιστον σε μένα.

Ο καθένας μας έχει και δικαιούται να έχει στην κούτρα του ότι νομίζει. Αλλά να μου επιτρέψετε να καταθέσω ως γέρων κάποιες απόψεις κι όποιος/α θέλει τις κρατάει. Μπορεί και να του βγει σε καλό.

Κάνει μεγάλο λάθος και είναι ο μέγιστος υβριστής του ΓΑΠ όποιος νομίζει ότι επιδιώκει ρεβανς απέναντι σε αυτούς που μεθόδευσαν και υλοποίησαν την υπονόμευση της κυβέρνησής του. Έχει ζήσει και βιώσει στο πετσί του τις επιπτώσεις μισού αιώνα ίντριγκας, προδοσίας, παρακράτους, αυθαιρεσίας  παλαιοκομματισμού όπως άλλωστε ο πατέρας του και ο παππούς του. Αυτός είναι ο λόγος που βάζει ως πρόταγμα την συνολική αλλαγή των νόμων κίνησης του οικονομικού και πολιτικού συστήματος και όχι την αλλαγή προσώπων που με ‘άλλο «φρέσκο» προφίλ θα λειτουργήσουν στο ίδιο καταδικασμένο και καταστροφικό μοτίβο. Ο Παπανδρέου δεν επιζητά την εκδίκηση απέναντι σε  όσους τον αδίκησαν  Επιζητά την διεκδίκηση  ενός καλύτερου μέλλοντος για τη χώρα και τους πολίτες.

Κάνει επίσης μεγάλο λάθος όποιος πιστεύει ότι ο ΓΑΠ θα μπει στην διαδικασία συναλλαγής με ομάδες ή γκρουπούσκουλα μικρών ή μεγάλων συμφερόντων είτε αυτά εμφανίζονται ότι ασπάζονται τις απόψεις του είτε βρίσκονται απέναντί του. Είναι πραγματικά κοντόθωρο και τουλάχιστον ανόητο να θεωρεί κανείς ότι ένας άνθρωπος που γνώρισε και βιώνει απόπειρες συνολικής ισοπέδωσής του από τέτοιες λογικές και συμπεριφορές ομάδων συμφερόντων μικρών ή μεγάλων επειδή στάθηκε απέναντί τους, θα βρεθεί ξαφνικά να υιοθετεί τέτοιου είδους κόλπα.

Είναι τέλος μακριά νυχτωμένος όποιος θεωρεί ότι ο ΓΑΠ που έφερε ως προτεραιότητα και αγωνίστηκε να επιβάλλει την διαφάνεια, τις καθαρές κουβέντες, τον  ανοιχτό και δημόσιο πολιτικό διάλογο, θα υιοθετήσει ξαφνικά πρακτικές που πολέμησε με κόστος ο ίδιος.

Με δύο λόγια αδέλφια το διακύβευμα είναι πολύ μεγάλο αυτή την εποχή, είναι η δημοκρατία, είναι η στοιχειώδης κοινωνική συνοχή, είναι η επιβίωση της πατρίδας και του ελληνισμού, για να υπάρχουν περιθώρια ενασχόλησης με παράγοντες και παραγοντίσκους παλιούς ή εκκολαπτόμενους και τα παιχνίδια τους.


Και ο ΝΟΩΝ ΝΟΕΙΤΩ. 

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 05, 2014

ΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΤΕ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ;


Όσο περνάει ο καιρός πυκνώνουν οι φίλοι, σύντροφοι από το ΠΑΣΟΚ αλλά και από χώρους αριστερά του ΠΑΣΟΚ, που με ρωτάνε:

"Γιατί τόσο πάθος στα όρια του φανατισμού με τον Γιώργο Παπανδρέου; Γιατί θεωρείς προσωπική σου υπόθεση την υπεράσπισή του, γιατί τα χρεώνεσαι όλα αυτά δημόσια, γιατί δεν κρατάς αποστάσεις, γιατί δεν κρατάς ισορροπίες, γιατί μπαίνεις στο κάδρο, γιατί υπερασπίζεσαι χαμένες υποθέσεις; Άλλαξαν οι καιροί, μου ψιθυρίζουν, άλλαξε το τοπίο, γνωριζόμαστε, έλα να συμπορευτούμε, στον ίδιο χώρο με μας ανήκεις."

Η αλήθεια είναι όμως ότι κι εγώ δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν με καταλαβαίνουν. Είναι οι πρώτοι που θα έπρεπε να καταλάβουν πρώτα γιατί με ξέρουν και έπειτα γιατί μιλάνε στο όνομα της αριστεράς…

Έχω ομολογήσει σε ανύποπτο χρόνο ότι οι άνθρωποι που με σημάδεψαν πολιτικά σε καθοριστικό βαθμό από τα μαθητικά μου χρόνια μέχρι σήμερα ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Κώστας Λαλιώτης και ο Αντώνης Καρράς. Δεν έχω μετανιώσει γι αυτό, αντιθέτως αισθάνομαι ευγνωμοσύνη για  την δυνατότητα που είχα στη ζωή μου  να συμπορευτώ μαζί τους σε δύσκολες στιγμές. Γιατί είναι οι δύσκολες, οι κρίσιμες στιγμές που σφυρηλατούν σχέσεις και αναδεικνύουν ποιότητες και αξίες. Κοινός τόπος αυτών των τριών πολλαπλά διαφορετικών προσωπικοτήτων ήταν η απόλυτη πίστη και εμμονή να υπηρετούν τις αρχές και τις αξίες τους. Χωρίς εκπτώσεις, χωρίς δεύτερες σκέψεις ακόμα κι όταν ξεσπούσε θύελλα εναντίον τους, ακόμα κι όταν  ήταν σχεδόν μόνοι τους απέναντι  στα γνωστά διαχρονικά συμφέροντα που επιχείρησαν με διάφορους τρόπους να τους ισοπεδώσουν ηθικά και πολιτικά. Και είναι αυτός ο κοινός τόπος μαγνήτης ακατάλυτος για όποιον βέβαια θέλει να μαγνητίζεται  από τέτοιες συμπεριφορές και στάσεις ζωής.

Ο χρόνος αποτελεί την ασφαλέστερη και την πλέον αδιαμφισβήτητη πιστοποίηση της αλήθειας. Δεκαετίες πέρασαν και έζησα σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο πολλά. Άλλα ήταν μικρά και ασήμαντα, κάποια συγκλονιστικά και καθοριστικά. Είχα διαφωνίες πολιτικές κατά καιρούς με τον Κώστα Λαλιώτη και τον Αντώνη Καρρά, έχω συμμετάσχει σε φράξιες  στην νομαρχιακή της Αθήνας εναντίον της απόφασης  του Ανδρέα Παπανδρέου για τον υποψήφιο δήμαρχο της Αθήνας. Ποτέ όμως όλα αυτά τα χρόνια  δεν υπήρξε απόπειρα από τον Κώστα Λαλιώτη ή τον Αντώνη να  επηρεάσουν την άποψή μου, να περάσουν «γραμμή», να ζητήσουν κάτι. Σεβάστηκαν απόλυτα το δικαίωμα στην αυτόνομη σκέψη, έκφραση και δράση. Κι αυτό είναι ο δεύτερος σημαντικός μαγνήτης που με μαγνήτισε για πάντα. Γιατί οι σχέσεις μας δεν ήταν «δημόσιες σχέσεις» αλλά σχέσεις ζωής. Δεν έτρεξα ποτέ να φωτογραφηθώ μαζί τους για να έχω προίκα για δημοσιεύσεις βιογραφικών γιατί οι σημαντικότερες φωτογραφίες είναι οι φωτογραφίες ψυχής, και τέτοιες έχω πολλές μαζί τους.

Με τον Γιώργο Παπανδρέου δεν έχω προσωπικές σχέσεις κι ας είναι εκείνος που μαζί με τον Μπασαγιάννη υπέγραψαν την αίτησή  ένταξης μου στο ΠΑΣΟΚ την δεκαετία του 70. Τον έχω συναντήσει μαζί με πολλούς άλλους σε κομματικές εκδηλώσεις  7 ή 8 φορές τα τελευταία 30 χρόνια. Ο προσωπικός μας διάλογος  ποτέ δεν ξεπέρασε τα 10 δευτερόλεπτα. Δεν με γνωρίζει προσωπικά, δεν αλληλογραφούμε, δεν μιλήσαμε ποτέ στο τηλέφωνο, δεν μου ζήτησε ποτέ τίποτα, δεν  ζήτησα ποτέ κάτι από το γραφείο του ή τον ίδιο. Με τον Γιώργο Παπανδρέου όλα αυτά τα χρόνια που είμαι στο ΠΑΣΟΚ έχω πολλές φορές διαφωνήσει για τις πολιτικές επιλογές του.  Κάποιες φορές είχα δίκιο κάποιες άλλες όχι.

Με τον Γιώργο Παπανδρέου σήμερα έχω την απόλυτη πολιτική ταύτιση και μάλιστα ερήμην του. Γιατί δεν τον ρώτησα, δεν ζήτησα την άδεια ή την έγκρισή του και δεν προτίθεμαι να το κάνω.  Γιατί ο πυρήνας της πολιτικής του για τη δημοκρατία, τη χώρα, την κοινωνική δικαιοσύνη, την Ευρώπη με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Γιατί  πολύ περισσότερο  αυτή η πολιτική τοποθέτηση του έχει μεταβληθεί πια σε σύγκρουση. Σύγκρουση με όλα αυτά και όλους εκείνους που με μικρά διαλλείματα  κρατάνε σε ομηρία και  οπισθοδρόμηση την πατρίδα.  Και η σύγκρουση  έχει πάρει πια χαρακτηριστικά ολοκληρωτικά.

Οι συσχετισμοί είναι δεδομένοι, ο Γιώργος Παπανδρέου έκανε την επιλογή του και συγκρούεται με δυνάμεις και μέσα που μοιάζουν και είναι παντοδύναμα. Το κάνει με κόστος, κόστος πολιτικό, προσωπικό, οικογενειακό. Παρακολουθούμε όλοι και όλες τι γίνεται καθημερινά, βρίζουν και απειλούν και χλευάζουν και διασύρουν τον ίδιο, τους συνεργάτες του, τα παιδιά του, την οικογένειά του. Θέλουν να τον δουν στα γόνατα, αιχμάλωτο και παραδομένο οριστικά.

Υπάρχουν πολλοί, πάρα πολλοί που μέσα στην σύγχυση που φέρνει πάντα η κρίση και τα αποτελέσματά της, ανεργία, φτώχεια, αδιέξοδα προσωπικά και οικογενειακά αδυνατούν να δουν την κύρια αντίθεση της συγκυρίας. Το κατανοώ και το σέβομαι απόλυτα.
Υπάρχουν όμως και κάποιοι άλλοι  που ενώ και ξέρουν και βλέπουν παριστάνουν τις παρθενογεννημένες νεράιδες που ανακαλύπτουν την Αμερική. Τηρούν αποστάσεις, ανακαλύπτουν ξαφνικά τον «ορθό πολιτικό λόγο», προτάσσουν την «ευπρέπεια», τον ευνουχισμένο πολιτικό λόγο των τηλεοπτικών παραθύρων. Ζητάνε χρόνο για να δουν που θα κάτσει η μπίλια για να πάρουν θέση. Πιστοί αντιγραφείς της πολιτικής του Βατικανού απέναντι στους ναζί. Παρουσιάζονται ως «ουδέτεροι» ενώ ξέρουν ότι  η στάση τους εξυπηρετεί απόλυτα τους νταβατζήδες της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής της πατρίδας. Κι αυτό είναι το χειρότερο είδος Νενεκων διαχρονικά και διαπαραταξιακά. Αποτελούν οι τύποι αυτοί ότι πιο σάπιο και οπισθοδρομικό μπορεί να γεννήσει μια κοινωνία. Κι αυτούς τους έχω αδιαπραγμάτευτα απέναντί μου. Πάντα.

Ο Γιώργος Παπανδρέου με  πίστη και εμμονή   υπηρετεί τις αρχές και τις αξίες του. Χωρίς εκπτώσεις, χωρίς δεύτερες σκέψεις παρά τη θύελλα που έχει ξεσπάσει εδώ και καιρό  εναντίον του, παρά το γεγονός ότι είναι σχεδόν μόνος του απέναντι  στα γνωστά διαχρονικά συμφέροντα που επιχειρούν με διάφορους τρόπους και πρωτοφανές μίσος να τον ισοπεδώσουν ηθικά και πολιτικά. Και είναι αυτή η στάση του μαγνήτης ακατάλυτος για όποιον βέβαια θέλει να μαγνητίζεται  από τέτοιες συμπεριφορές και στάσεις ζωής.

Στην σύγκρουση αυτή παίρνω θέση, καθαρή και αδιαπραγμάτευτη. Μαγνητίστηκα. Και μετά τους «βαρεμένους», τους «ψεκασμένους», τους «αλήτες», τους «φανατικούς», προσθέστε ακόμα μια κατηγορία τους μαγνητισμένους. Δεν ξέρετε πόσο αδιαφορώ για τους χαρακτηρισμούς.
Αυτόνομος,  χωρίς επικοινωνία με στρατηγεία που δεν υπάρχουν, αντάρτης στις γραμμές του εχθρού της δημοκρατίας, της ζωής της δικής μας και των παιδιών μας  θα δώσω τη μάχη για να μην πέσει η σημαία της ελπίδας για την δημοκρατία και την αλήθεια.

Και τη μάχη  τη δίνω όπως πάντα με όρους κανονικού ανθρώπου, δηλαδή  σε σχέση με αυτό που πραγματικά είμαι χωρίς φτιασιδώματα και εξωραϊσμούς. Θέλω να πω για να είμαι καθαρός ότι στις αλήτικες συμπεριφορές  απαντάω αναλόγως.

Οι συσχετισμοί είναι  σε βάρος μας  το ξέρω. Αλλά δεν είναι η πρώτη φορά.
Άλλωστε στη ζωή μου τίποτα άλλο δεν επιζήτησα παρά τη δυνατότητα να κοιτάω τον κόσμο και το παιδί μου στα μάτια.